Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

Ποιήματ@Το Λούκι




Κάθε που βρέχει
το λούκι στάζει
τικ τακ τικ τακ
σαν ρολόι που μετράει τα κενά
τικ τακ τικ τακ
μελωδία που ψάχνει λέξεις

της βροχής

μέσα στο λούκι
τρέχει ένα γατί
και όταν βρέχει
προσπαθεί να βγει
γλιστρώντας
από την κορυφή στον πάτο
χλαπ χλοπ χλαπ χλοπ
του Σίσυφου το βήμα
χλαπ χλοπ χλαπ χλοπ
στου Προκρούστη το βλέμμα

στο κενό

και ο ήλιος όταν βγαίνει
το γατί ονειρεύεται

τη βροχή να πέφτει
από την κορυφή στον πάτο
τικ τακ χλαπ χλοπ
χλαπ χλοπ τικ τακ
περιμένοντας  τις ώρες
  μουσικές να γίνουν
για να έρθει
ένα πουλί
και το λούκι
καταρράκτη να κάνει

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Η Γυναίκα από τη Ζυρίχη-Δεύτερο Μέρος





   Είχε να σκοτώσει δύο ώρες μέχρι να ανοίξουν οι τράπεζες. Ψιχάλιζε στη Ζυρίχη, και η νοτισμένη Limmatquai[i] πότιζε την ατμόσφαιρα με όλη τη γοητεία της. Τα καλοκουρδισμένα τραμ κυκλοφορούσαν άδεια, η πόλη ακόμη άνοιγε τα βλέφαρα της. Κάπνισε ένα χρυσό Καρέλια κοιτώντας το ποτάμι να κυλάει, μεταφέροντας τους αμφίσημους αιώνες μιας Ευρώπης που χάνεται.
   Όταν τέλειωσε το πρωινό του και βγήκε από το μικρό καφέ απέναντι από την πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη, κόντευε δέκα. Ήθελε να προλάβει τον broker πριν πλακώσει η δουλειά, από τα χρηματιστήρια άλλων ηπείρων. Το πλήθος που ήταν μαζεμένο, έξω από την κεντρική είσοδο της τράπεζας τον ξάφνιασε. Άνοιξε δρόμο, σπρώχνοντας άλλα στοιβαγμένα σώματα, υπνωτισμένα από τις διδαχές της ψυχολογίας της μάζας. Ο Χέλμουτ Χόφμαν, κοίταζε τον κόσμο από το απόλυτο μηδέν, στο οποίο είχε περάσει πριν λίγο. Δεν κυλούσε αίμα από κανένα σημείο του κορμιού του, δεν υπήρχαν ίχνη πάλης πάνω του. Το δεξί του χέρι, μάλλον προσπαθούσε να πιάσει την καρδιά του, όμως από το στόμα του είχε τρέξει αφρώδες υγρό. Απαθανάτισε το μακάβριο θέαμα με το κινητό του, δίχως να γίνει αντιληπτός από το ξαφνιασμένο πλήθος.
  Παρά το μοιραίο γεγονός, δίπλα στον κόσμο, που πλέον παρατηρούσε τους τραυματιοφορείς να συλλέγουν το πτώμα, μια άλλη ομάδα παραπονιόταν σε οργισμένα γερμανικά για την αργοπορία στις λειτουργίες της τράπεζας. Με τα πολλά η πόρτα άνοιξε και οι άνθρωποι ξεχύθηκαν στο κτήριο σαν σμήνος πουλιών σε κυματοθραύστη.
Γεμίσαμε επενδυτές και καταναλωτές, του είπε στα ιταλικά ο πορτιέρης της τράπεζας κλείνοντας του το μάτι.

   Έπρεπε άμεσα να ενημερώσει τα κεντρικά, καθώς ο βασικός στόχος ήταν νεκρός και ο ίδιος βρισκόταν στην Ελβετία. Από το ξενοδοχείο τον είχαν πληροφορήσει με sms, για check in μετά τις 2. Γνώριζε ότι στη χειρότερη θα του ζητούσαν να επιστρέψει, και καθώς το μυαλό του καιγόταν από τις στροφές, θυμήθηκε ότι η ψυχομάνα του Χόφμαν έμενε λίγο πιο πάνω.
   Το αεροδρόμιο έσφυζε από κίνηση ως συνήθως. Χρησιμοποίησε το skype για να μιλήσει με το γραφείο, διαλέγοντας τον λογαριασμό Riverboy. Μίλησε με τη Diana, τη δεύτερη τη τάξει γραμματέα του γενικού. Καθώς περίμενε την απάντηση, σχημάτιζε στο μυαλό του απίθανες εκδοχές της υπόθεσης . Σε δέκα λεπτά η απόκριση ήρθε γραπτώς, Πιάσε δωμάτιο στο ξενοδοχείο του αεροδρομίου με διαφορετικό όνομα, και φρόντισε η νοικοκυρά να μην χάσει τα κουζινικά της. Εντολή που σήμαινε πως η Μπαρτίτσι έπρεπε να πάρει τα χρήματα της όπως και να ‘χε το πράγμα.
   Όταν ξύπνησε σουρούπωνε. Το μέρος του αεροδιαδρόμου που φαινόταν από το μακρόστενο παράθυρο του δωματίου του, έδειχνε σαν μια μικρή προέκταση του μαβί ουρανού. Τα λίγα πορτοκαλιά σύννεφα έμοιαζαν από τον δέκατο έβδομο όροφο, με μαδημένες τουλίπες που χαϊδεύουν τα συμμετρικά φτερά των αεροπλάνων. Πριν μπει για μπάνιο, έπνιξε την παρόρμηση να πάρει την πρώτη πτήση ψάχνοντας την άκρη του ουρανού.
   Ντύθηκε και κατέβηκε προς τον υπόγειο, για να πάρει το τρένο για την πόλη. Μπλέχτηκε λίγο με εγκλωβισμένους ταξιδιώτες στα περιθώρια της ανταπόκρισης. Χασομέρησε στην ενδιάμεση ζώνη, ψάχνοντας για στιγμές διαφορετικές, έτοιμες να δοθούν σε έμπειρα βλέμματα. Μέσα στο βαγόνι μια πιτσιρίκα έστελνε μηνύματα στο facebook του φίλου της, που καθόταν απέναντι. I just commented on your profile, τον ενημέρωσε. About the party? τη ρώτησε. No something else.[ii]
   Κατέβηκε στον κεντρικό τερματικό όπως και το πρωί, μόνο που εκείνη την ώρα οι αποβάθρες ησύχαζαν στην ερημιά τους. Έδωσε στον ταξιτζή τη διεύθυνση του αδελφού της Μπαρτίτσι, και αφέθηκε να κοιτάζει τη Ζυρίχη που κατέβαζε τα ρολά. Ήταν όμορφη η πόλη δείχνοντας μέσα στα σκοτάδια της, φωτεινότερα τα σοκάκια, τις στοές και τα νερά της.
   Ήταν μια επταώροφη οικοδομή φυτεμένη παρέα με όμοιες της, σε ένα σχετικά μεγάλο οικοδομικό μπλοκ. Μεταξύ των κτηρίων αναπτύσσονταν στενάχωρες παιδικές χαρές, βρώμικα πάρκα και ανισόπεδες ράμπες για skateboard. Ξαφνιάστηκε όταν άκουσε τη φωνή της από το θυροτηλέφωνο, και ανέβηκε με τα πόδια στον δεύτερο όροφο. Τον περίμενε μια ανοικτή πόρτα και η μελωδία από το Autumn Leaves του Keith Jarrett, που δυνάμωνε καθώς πλησίαζε.
Σε περίμενα, του είπε καθισμένη σε μια εκρού μπρεζιέρα με ένα λεπτό τσιγάρο στο χέρι.
Περίμενες να έρθω για να συναντήσω τον αδελφό σου, και σκέφτηκες να τον αντικαταστήσεις;
   Αντί για απάντηση, σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο της, βγάζοντας αργά αργά τα ρούχα της. Έμεινε με τα εσώρουχα πριν χαθεί στα βάθη του διαδρόμου λέγοντας, χωρίς να γυρίσει, Θα ντυθώ, να πάμε μια βόλτα. Έπνιξε τον πόθο του, περισσότερο από αμηχανία, παρά από επαγγελματισμό. Εμφανίστηκε σε μερικά λεπτά ντυμένη, με καφέ κοτλέ εφαρμοστό παντελόνι, καρό πουκάμισο και μποτάκια.

   Όταν βγήκαν είχε αρχίσει και πάλι η βροχή. Κατευθύνθηκαν βόρεια, και σε μισή ώρα περίπου έφτασαν σε ένα σκοτεινό χωριό. Σε όλη τη διαδρομή δεν αντάλλαξαν κουβέντα. Κοιτούσε από τον καθρέπτη του συνοδηγού το μισοφωτισμένο τοπίο να χάνεται, λογιζόμενος την πιθανότητα να βρεθεί άνεργος.  Λίγο πιο πέρα είναι η Βαυαρία, συνειδητοποίησε. Το μέρος έμοιαζε με νεκροταφείο ακινήτων, καθώς ελάχιστα κτήρια είχαν φως.
   Μπήκαν στη μοναδική ανοικτή μπυραρία, που λειτουργούσε και ως πανδοχείο. Εκτός από μερικά ζευγάρια που φλυαρούσαν στο μπαρ, υπήρχε μόνο μια παρέα που έπινε ήσυχα σε ένα τραπέζι.
Τους ξέρεις αυτούς εδώ;
Όσο και εσύ.
Και γιατί με έφερες εδώ;
Για αυτόν το λόγο.
   Παρήγγειλαν ουίσκι για εκείνον και βότκα πορτοκάλι για εκείνη. Από τον υπολογιστή του μπαρ και προς τα κρεμασμένα ηχεία, μεταδιδόταν το Wild Ones των Suede.
Κανένα σύννεφο δεν είναι άδειο, του είπε καθώς κοιτούσε τις επιγραφές πάνω από το κεφάλι του μπάρμαν.
Το δύσκολο είναι να βρεις, τι γίνεται πριν τη βροχή, της απάντησε.
Το δύσκολο είναι να μάθεις να ζεις τις στιγμές όταν βρέχει.
Όταν βρέχει, νιώθω πιο άνετα, της είπε.
Γιατί;
Γιατί σχεδόν όλα διακρίνονται στα πρόσωπα. Λίγα πράγματα κρύβει η βροχή. Όπως τα σύνορα τη νύχτα.
Και ψάχνεις πιο εύκολα;
Ή με βρίσκουν πιο εύκολα αυτά που ζητάω.
   Φιλήθηκαν αθόρυβα, δυο φύλλα που σμίγουν στον αγέρα του φθινοπώρου. Έσμιξαν σε ένα από τα λίγα δωμάτια της πανσιόν, ακούγοντας μονάχα τη βροχή που έπεφτε. Όταν ξύπνησε, κόντευε δύο το πρωί. Τα ίχνη από τα φώτα του δρόμου, έπεφταν πάνω στο γυμνό της κορμί. Μια στάλα σάλιου κυλούσε αντίθετα, από το μισάνοιχτο της στόμα προς το αυτί της, αφήνοντας στο κοιμισμένο πρόσωπο της ίχνη ζωής.
   Το πρόσωπο του νεκρού, ήρθε μπροστά του ξαφνικά. Ήταν όμως το πρόσωπο μιας φωτογραφίας; Της φωτογραφίας που του είχε αφήσει η γυναίκα, μετά την πρώτη και μοναδική επίσκεψη της στο γραφείο. Έβγαλε τη φωτογραφία, από το βυθό της εσωτερικής τσέπης του αδιάβροχου του. Έπειτα έψαξε για το κινητό του και αφού το βρήκε, ζούμαρε ώστε να σταθούν δίπλα δίπλα το ψηφιακό και το χάρτινο τεκμήριο.
   Από το δεξί μάγουλο του Χόφμαν, έλειπε στην πρωινή φωτογραφία η χαρακτηριστική κρεατοελιά του. Εστίασε ταυτόχρονα με το μεγεθυντικό φακό στη φωτογραφία.  Η ελιά ήταν στο πρόσωπο του, σημάδι ανεξίτηλο του αίματος. Ζούμαρε ακόμη περισσότερο στη φωτογραφία του κινητού. Μερικά εκατοστά πιο πέρα από το στίγμα που άφηνε στο έδαφος, ο αφρός που έτρεχε από το στόμα του, βρισκόταν μια ψεύτικη ελιά - μάλλον από σφουγγάρι πρώτης ποιότητας, υπέθεσε.
   Χάιδεψε παρατεταμένα το χέρι της, ώστε να ξυπνήσει. Του χάρισε ένα χαμόγελο νεράιδας, κοιτώντας τον στα μάτια. Τη φίλησε απαλά στα χείλη, και της έδειξε τις φωτογραφίες. Αφού γύρισε από το μπάνιο, τις κοίταξε με προσοχή.
Είχε μία κρεατοελιά στο πρόσωπο. Ο μπαμπάς συνεχώς τον πείραζε γι αυτό. Μάλιστα, μια φορά έκανε τη χοντράδα να τον τσιμπήσει εκεί.


[i] Κεντρική οδός που διασχίζει τη Ζυρίχη κατά μήκος του ποταμού Limmat.
[ii] Αγγλικά στο Κείμενο. Μτφ: Μόλις έκανα ένα σχόλιο στο Προφίλ σου/ Για το Πάρτι;/ Όχι, κάτι αλλο.

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Κλασικά Μη Εικονογραφημένα #1: Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δύο φορές



James Cain. Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δύο φορές (Ιωάννα Κατρατζαφέρη, Μεταίχμιο)

Ο έρωτας ως αντώνυμο ή συνώνυμο του θανάτου είναι ένα από τα βασικά θέματα της λογοτεχνίας. Ο απαγορευμένος έρωτας, δηλαδή εκείνη η μορφή έλξης που δεν καθίσταται αποδεκτή από τα χρηστά ήθη, για σοβαρούς ή αστείους λόγους αδιάφορο, είναι ένα θέμα που έχει απασχολήσει όσο λίγα τη noir λογοτεχνία. Θεμελιώδες έργο αυτής της κατηγορίας είναι το δράμα Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δύο φορές.
            Η υπόθεση θυμίζει ιστορία που έχεις ακούσει κάποτε και προκάλεσε την οργή, τη θυμηδία ή απλώς την υπενθύμιση ότι ζεις σε έναν άσχημο κόσμο.  Μια νέα γυναίκα, η πανέμορφη και φτωχή Κόρα, είναι παντρεμένη με έναν πολύ μεγαλύτερο της άντρα. Ο Νικ Παπαδάκης, μετανάστης που έχει πιάσει την καλή λειτουργώντας μια ταβέρνα κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου, είναι άσχημος και πεζός. Το γρήγορο χρήμα που έχει καταφέρει να κερδίσει, τον έχει κάνει να αντιληφθεί άμεσα την σημασία της ιδιοκτησίας. Με αποτέλεσμα να θεωρεί την σύζυγο του, μια κοσμητική προέκταση της.
            Μέρος της καθημερινότητας τους, γίνεται ο πλάνητας Φρανκ Τσέιμπερς, νέος όμορφος και ταλαντούχος με εμπειρίες που κινούνται γύρω από τα ελαστικά όρια της νομιμότητας. Ο Παπαδάκης προσλαμβάνει τον Φρανκ, ως παιδί για όλες τις δουλειές στη μπίζνα του, προσπαθώντας να τον κρατά όσο πιο μακριά από την Κόρα. Ωστόσο, η φύση αργά ή γρήγορα εκδηλώνει τις δυνάμεις της. Έτσι το γαϊτανάκι του τρελού έρωτα, δεν αργεί να κάνει την εμφάνιση του. Όμως όσο και να κρύβονται οι δύο εραστές, εξακολουθούν να είναι δέσμιοι του κατά συνθήκη αφεντικού τους. Παρά τις επάλληλες προσπάθειες διαφυγής, το οικονομικό τους πρόβλημα σε μια Αμερική που μαστίζεται από την οικονομική κρίση του μεσοπολέμου, μπορεί σύμφωνα με τα ηθικά τους κριτήρια να λυθεί μόνο με τον φόνο.
            Οι δύο νέοι επέλεξαν τη λύτρωση του έρωτα σε έναν κόσμο φτιαγμένο σε υλικά μέτρα. Οι βλάσφημοι δεν αργήσουν να συλληφθούν, και να έρθουν αντιμέτωποι με τις πράξεις τους. Ο φόνος ενός αθώου ανθρώπου, που κατάφερε να υλοποιήσει το αμερικάνικο όνειρο, ενός ανθρώπου που κατά τα φαινόμενα δεν πείραξε ποτέ του μυρμήγκι, συνιστά μεγάλη ιεροσυλία. Η Κόρα και ο Φράνκ, είναι δυο θύματα όχι μόνο του συστήματος, αλλά και των ίδιων των εαυτών τους. Δεν έχουν τη διαύγεια να δώσουν μια ευκαιρία στον έρωτα τους, προτιμώντας τη φυγή από το φόνο ώστε να έχουν το θάρρος να αντιμετωπίσουν κατάματα την κοινωνική υποκρισία.
      Γραμμένο με νεύρο, το βιβλίο βασίζεται στην ταχύρρυθμη αφήγηση και στους έντονους διαλόγους. Κατα τον αφηγημητατικό αυτό τρόπο η αγωνία και το αδιέξοδο του ζευγαριού εκφράζονται άμεσα. Ακόμη οι εναλλαγές στο τέμπο των γεγονότων, υπογραμμίζουν την αβεβαιότητα ως βιωματική κατάσταση των ηρώων. Η αντίστιξη ανάμεσα στον έρωτα και στην καθεστηκυία ηθική περιγράφεται με γλαφυρές αναφορές στην ψυχολογική υπόσταση των φυγάδων και των διωκτών τους. Το προδιαγεγραμμένο τέλος τους. υπενθυμίζε τα όρια μεταξύ της συμβατικής και της πραγματικής ελευθερίας.
        Κλείνοντας, είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι το βιβλίο έχει μεταφερθεί πολλάκις στον κινηματογράφο. O Tay Garnett (Postman Always Ring Twice), o Luchino Viskonti (Obsession), o Θόδωρος Αγγελόπουλος (Αναπαράσταση), και ο Bob Rafelson (Postman Always Ring Twice), χρησιμοποίησαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο την ιστορία του James Cain,  δημιουργώντας κλασικά εικονογραφημένα φιλμ.

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

Ιστορία, Μυθοπλασία, Noir Λογοτεχνία



Σημασία δεν έχει να κάνεις εικόνες με νόημα, αλλά να δίνεις νόημα στις εικόνες. (Jean Luc Godard)


Το νερό συνήθως κυλάει στο αυλάκι, λένε οι άνθρωποι που γνωρίζουνε τη φύση. Υπάρχουν όμως ορισμένες σταγόνες, που ξεφεύγουν από την πορεία και δροσίζουν τα γύρω τους. Με ποιον τρόπο, αποχωρούν αυτές οι σταγόνες από τη ροή του νερού; Και που σταματάει η ανεξέλεγκτη φορά τους;
            Η λογοτεχνία έχει τη δυνατότητα να υπεισέρχεται σε πεδία, που κατά κανόνα δεν είναι ορατά από το μάτι του ιστορικού. Πρόκειται για το μάτι που συνήθως φοράει επίσημες διόπτρες, ή έχει μάθει να (αυτό)λογοκρίνεται, αποφασίζοντας για τις διαστάσεις που πρέπει να ακολουθήσουν τα βλέμματα του κοινού. Πρόκειται για  το μάτι, που πρώτα σκέφτεται, μετά κοιτάζει και ακολούθως καταγράφει. Η ιστορία άλλωστε γράφεται από τους νικητές. Αν και συχνά αυτοί αδυνατούν να συγκρατήσουν τον κομπασμό τους, και καταφέρνουν να παραθέσουν τα γεγονότα με τέτοιο τρόπο που τελικά ευνοούνται οι ηττημένοι. Η περίπτωση του ελληνικού εμφυλίου είναι ενδεικτική.
              Οι ηττημένοι της Ιστορίας ή όσοι δεν διακρίνονται στις καθεστηκυίες αφηγήσεις της, αναζητούν πομπούς για να μεταδώσουν τις εμπειρίες τους. Η λογοτεχνία είναι ένα σημαίνον, που διαρκώς αναζητά να γεμίσει τους κόλπους της με σημαινόμενα. Οι noir αφηγήσεις βρίθουν από καλούς και κακούς που με τον τρόπο τους και κυρίως με τις πράξεις τους, επιδιώκουν να μας πούνε τη δική τους ιστορία. Ρίχνοντας το στίγμα τους στη θάλασσα, και προσδοκώντας να βρεθεί κάποτε σε μια ερημική παραλία από έναν συνένοχο.
            Εκτός όμως από τους όρους συγγραφής και διδασκαλίας της ιστορίας υπάρχουν τα κενά. Τα κενά δεν μπορούν να λάβουν διαστάσεις, για τον απλούστατο λόγο ότι είναι αδύνατο να μετρηθούν. Ακόμη, και αν χρησιμοποιήσουμε την (εντελώς) φανταστική γεωμετρία του Riemann ή του Lobachevsky, τα κενά εξακολουθούν να παραμένουν καθώς (ανά)παράγονται από τις πολλαπλές διαστάσεις του βλέμματος. Ή εναλλακτικά διατυπωμένο, από το αναμφισβήτητο γεγονός ότι κάθε βλέμμα, συνιστά και μια αυθύπαρκτη διάσταση, όπως συνήθιζε να τονίζει ο Βασίλης Ραφαηλίδης.
           Ένα έγκλημα δεν μπορεί παρά να ξεκινά από την επίμονη παρουσία ενός κενού. Ο δολοφόνος, ένα πρόσωπο το οποίο είναι βλάσφημο καθώς ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια και προσεγγίζει τα  θεϊκά, μέσω της  αυτοδικίας, έχει ως κίνητρο την κάλυψη ενός κενού. Με προσωρινά και συνεπώς μάταια αποτελέσματα. Ο δολοφόνος και ο διώκτης είναι μοιραία πρόσωπα, ενωμένα για πάντα με τα δεσμά μιας μυστικής γνώσης. Μιας γνώσης που έχει δημιουργηθεί σε έναν κόσμο που μόνο πορεία τυχαίου περιπάτου δεν ακολουθεί. Οι πιο καλοί ντετέκτιβ στα αστυνομικά μυθιστορήματα, γνωρίζουν άλλωστε, ότι η δικαιοσύνη που αποδίδεται μοιάζει με κόκκο άμμου που ρίχνεται στην κλεψύδρα του ατέλειωτου χρόνου. Εξακολουθούν όμως να ψάχνουν στην άμμο, ξέροντας ότι με αυτόν τον τρόπο και οι ίδιοι τους μπορούν να αγγίξουν τις αχτίνες της εσώτερης λύτρωσης.
          Υπάρχουν ιστορικά γεγονότα τόσο κρίσιμα και τόσο έντονα, που δημιουργούν χάσματα και όχι απλώς κενά. Ο ορισμός του Engels για την ιστορία, ότι πρόκειται για μια συνισταμένη που δημιουργείται από διαφορετικές και αντικρουόμενες μεταξύ τους συνιστώσες, με το τελικό αποτέλεσμα στην απόλυτη μορφή του να μην είναι επιθυμητό από κανέναν, υπονοεί περισσότερα από όσα διατυπώνει. Δεν είναι σπάνιο σε μια συναρπαστική noir ιστορία οι διώκτες να κάνουν παζάρια με τους διωκόμενους, φοβούμενοι για τους δικούς τους λόγους, μην πέσουν ξαφνικά στο απόλυτο μηδέν του ιστορικού χάσματος.
Τα χάσματα δημιουργούνται με άλλα λόγια, όπως το νερό κυλάει στο αυλάκι. Η noir λογοτεχνία γεννάται στις διαδρομές των σταγόνων που αφήνουν το αυλάκι για άλλες διαδρομές. Οι λέξεις της ανατρέφονται εκεί που δεν φτάνουν οι ακτίνες του (ιστορικού) φωτός, αλλά διαθλάται μόνο το βλέμμα του ντετέκτιβ. Ψάχνοντας για την κρυμμένη κατάσταση των πραγμάτων και προσπαθώντας να τη μεταδώσει στο φιλοθεάμον κοινό.
 Είναι η noir λογοτεχνία το νέο κοινωνικό μυθιστόρημα; Προσωπικά, πιστεύω πως ναι. Η άποψη μου στηρίζεται σε όλα τα προαναφερόμενα, που παρουσιάστηκαν με έμμεσο τρόπο, καθώς είναι προτιμότερο να μιλάς έμμεσα παρά άμεσα για την τέχνη σου. Γνωρίζω πως οι ενστάσεις είναι πολλές, μα λίγες τεκμηριώνουν την άποψη τους. Οι σημαντικότερες εξ αυτών, υπογραμμίζουν ότι η noir λογοτεχνία δεν μπορεί εύκολα να συνδεθεί με τα βασικά χαρακτηριστικά του κοινωνικού εποικοδομήματος. Συνήθως  όμως προέρχονται από φωνές που αδυνατούν να κατανοήσουν την πολυδιάστατη υπόσταση των σημερινών κοινωνιών. Ένας κόσμος που αλλάζει τόσο γρήγορα, λες και βρίσκεται σε πεδίο κινούμενης άμμου, χρειάζεται τις αφηγήσεις του. Που γεμίζουν τα κενά με λογοτεχνικό τρόπο.
Ο κοινωνικός μετασχηματισμός που υφίσταται η ελληνική κοινωνία, δεικνύει μια μοναδική ευκαιρία για noir αφήγηση . Ίσως για αυτόν τον λόγο, η τοπική λογοτεχνική πιάτσα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μεταστροφής από την απόρριψη προς τη αποδοχή του είδους. Μέχρι πρόσφατα, ημιμορφωμένοι κριτικοί τόνιζαν σε κάθε δεύτερη ευκαιρία, πως πρόκειται για λούμπεν λογοτεχνία που απευθύνεται σε αναγνώστες με περιορισμένη αισθητική επάρκεια. Η πρεμούρα τους να μιλήσουν για τους νέους τίτλους, τονίζοντας το κενό που υπάρχει στην καταγραφή της νεοελληνικής περίπτωσης με όρους noir, κουνάει το μαντήλι σε ένα τρένο που μόλις ξεκίνησε.


Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Λόγια για το βιβλίο, λόγια για την τέχνη

Παρουσίαση και συζήτηση της πρόσφατης έκθεσης βιβλίου και ζωγραφικής στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Δράμας.

Η Μαρία Καπία, αρχειονόμος και διεύθυντρια της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Δράμας, ενημερώνει το κοινό για την έκθεση.

Πέρα από τα βιβλία που προσφέρθηκαν στη βιβλιοθήκη από το ΚΙΚΠΕ, η έκθεση περιλάμβανε και πίνακες της δραμινής ζωγράφου Σοφίας Βαλασιάδου.

Για τα βιβλία παιδικής λογοτεχνίας, μιλάει ο Χρήστος Χαρακόπουλος, φιλόλογος.

Τέλος, υπάρχει μια σύντομη συζήτηση για τη νεοελληνική λογοτεχνία και την αστυνομική λογοτεχνία με τον φίλο, φιλόλογο και ηθοποιό Βαγγέλη Καλφόπουλο.

Υ.Γ. Ευχαριστούμε τον Δημήτρη Λουλόπουλο, για το Editing!!

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

Ποιήματ@ Σάββατο Βράδυ



Βροχή κυλάει από τον δρόμο στο όνειρο
 σπασμένοι ουρανοί ενώνουν βλέμματα
καρδιά που ραγίζει στη βοή του ποταμού

Σάββατο βράδυ λίγο δικό σου λίγο δικό μου
το υπόλοιπο του φθαρμένου κόσμου

χάνεσαι στο βυθό
ψάχνεις στιγμές άλλων
σε αόρατους χρόνους

Σάββατο βράδυ όσο πιο μακριά τόσο κοντά
ενδιάμεσα η αλλαγή του χρόνου

τόσο νερό μέσα στη βάρκα
σαν κλάμα σε μάγουλο μωρού
γεμάτη ερημιά γεμίζει το κενό

μια πειρατεία Σάββατο βράδυ
 Σάββατο βράδυ λίγη ιστορία

ότι και να γράψεις δεν αρκεί
για να φτάσει το χέρι
στα μέρη του άπειρου



Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Καμπαρέ: Ο Μαύρος Γάτος



Σκηνοθεσία-Κείμενα-Σκηνογραφία: Χρήστος Δημητρίου
Πρωταγωνιστούν: Γιώργος Γαλανίδης, Βαγγέλης Καλφόπουλος, Κλήμης Κεραμιτσόπουλος, Φώτης Κυριαζίδης, Χριστίνα Παπαποστόλου, Δημήτρης Φωτάκης, Εύη Χατζηνάκου, Γιώργος Παρδαλίδης, Κωνσταντίνα Ανδρέου, Βασιλική Εντερίδου, Νάνσυ Μιχαηλίδου, Ντολόρες, Κυριάκος Συφιλτζόγλου
Μουσική Παίζουν: Βασίλης Τριανταφύλλου, Αναστασία Πέκη, Τάσος Συμεωνίδης, Γεωργία Μίσχου, Χαράλαμπος  Διαμαντίδης, Γιώργος Ζαχαρίου, Ανέστης Κουρτίδης


Αν δεχθούμε τον αφορισμό του Adorno από τα Minima Moralia, ότι αποστολή της τέχνης είναι να βάζει χάος στην (όποια) τάξη, τότε η ανάγνωση των καλλιτεχνικών εγχειρημάτων, καθίσταται ευκολότερη. Σκοπός ενός καλλιτεχνικού έργου, είναι η ανάδειξη όψεων μιας πραγματικότητας που ξέρει να κρύβει καλά τον εαυτό της. Τόσο, ώστε οι άνθρωποι που δημιουργούν και οι άνθρωποι που καταλαβαίνουν την τέχνη, να είναι λίγοι, και συνεπώς να αδυνατούν να εδραιώσουν την αισθητική ως μια ποιοτικότερη ηθική.
            Ως εκ τούτου, το άλμα από την ποσότητα στην ποιότητα διαμέσου της σύνθεσης καλλιτεχνικών έργων, δεν είναι μια εύκολη υπόθεση. Πόσο μάλλον, όταν το άλμα εκκινεί εκατό χρόνια πριν και καταλήγει στην σημερινή Δράμα. Η μεγάλη απόσταση γίνεται μικρή από τον Μαύρο Γάτο, ο οποίος στην πορεία απεκδύεται το ένδυμα του καμπαρέ και φοράει τα ρούχα μιας σύγχρονης θεατρικής παράστασης. Αποτέλεσμα του καλλιτεχνικού νιάου νιάου, είναι πολλοί και πολλές από την αόρατη πόλη, να προσέρχονται προς Μαύρου Γάτου κοινωνία, σε μια μικρή πλην όμως ζεστή αποθήκη του σιδηροδρομικού σταθμού.
            Η απόδοση κειμένων περασμένων εποχών, σε παροντικές καταστάσεις που όλοι βιώνουμε συνιστά  τη μεγαλύτερη επιτυχία της παράστασης. Η μουσική καταφέρνει να γίνεται ένας ακόμη ρόλος, που υπογραμμίζει με εύσχημο τρόπο τα όσα συμβαίνουν επί σκηνής. Το γλυκόπικρο πανηγύρι που στήνεται εκεί, εμπεριέχει πολύ ταλέντο, που συχνά λόγω της εύκολης αναγνωρισιμότητας δεν διακρίνεται εύκολά σε μια επαρχιακή πόλη. Η ειρωνεία των μικρών ιστοριών, υποδηλώνει την  αδυναμία της ανθρώπινης κατάστασης να αποδεχτεί το ορισμένο της υπόστασης της.
            Κλείνοντας, κρίνεται αναγκαίο να τονιστεί ότι η μεγάλη προσέλευση σηματοδοτεί την ανάγκη του κόσμου για καλλιτεχνικές εκροές. Κάθε κοινωνία χρειάζεται τις αφηγήσεις της, και ακόμη περισσότερο όταν υφίσταται μετασχηματισμό. Η παράσταση Μαύρος Γάτος, πιάνει τον παλμό της εποχής σαν πουλί που παρατηρεί ποια κλουβιά ανοίγουν απόψε.


Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Cinema Noir-# 3 Και ο Κλήρος έπεσε στον Σμάιλι (Tinker, Taylor, Soldier, Spy)


Σκηνοθεσία: Thomas Alfredson,
Σενάριο: Bridget O’ Connor, Peter Straugham
Πρωταγωνιστούν: Gary Oldman, Colin Firth, Tom Hurdy, John Hunt, Katrina Vasilieva.
Παραγωγή: Tim Bevan, Eric Fellner, Robyn Slovo

Tinker, Taylor, Soldier, Spy είναι μια παράφραση από ένα παιδικό αγγλικό τραγούδι με θέμα «τι θα γίνω άμα μεγαλώσω».  Αν και η ελληνική απόδοση του τίτλου, αποκλίνει παρασάγγας από το πρωτότυπο, είναι μια έξυπνη εστίαση στον κεντρικό ήρωα της τριλογίας του Κάρλα, George Smiley-τα άλλα δύο είναι ο Εντιμότατος Μαθητής και οι Άνθρωποι του Σμάιλι (Καστανιώτης- Μιχάλης Μακρόπουλος).
            Κεντρικό θέμα του βιβλίου και της απόδοσης του σε ταινία είναι η προδοσία σε συλλογικό και σε ατομικό επίπεδο. Στο βιβλίο, έντονη πλοκή που σε κάνει να ξυπνάς για να διαβάσεις, μια φιλοσοφημένη ματιά πάνω στη ρευστότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Στην ταινία, η βουτηγμένη στη μουντάδα του Λονδίνου φωτογραφία σε συνδυασμό με το ακαδημαϊκά δραματουργικό σενάριο σε ωθούν να το ξαναδείς.
Αρχές της δεκαετίας του 1970, και ένας προδότης δραστηριοποιείται στην κορυφή των βρετανικών μυστικών υπηρεσίων,  υπέρ των σοβιετικών. Σύμφωνα με τον απερχόμενο αρχηγό , μια  αποστολή στη Βουδαπέστη ενός μυστικού πράκτορα, εξελίσσεται σε τραγωδία για την υπηρεσία. Ο μόνος που στηρίζει την άποψη του αρχηγού, για «ποντικό» εντός του Circus (η κωδική ονομασία της έδρας των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών), είναι ο George Smiley (Gary Oldman). Αποτέλεσμα της εμμονής τους στη θεωρία του εσωτερικού εχθρού, είναι η συνταξιοδότηση τους. Ο Smiley, ένας ευφυής αντιήρωας, που βρίσκεται στη δύση της καριέρας του. Ο Λε Καρέ πρωτοτυπεί κάνοντας τον διοπτροφόρο, παχουλό, με το βάδισμα της πάπιας, και δίχως να του δίνει ίχνος μυθολογικής γοητείας των λογοτεχνικών σκοπών κατασκόπων. Ίσως για αυτό, η σύζυγος του Anne (Katrina Vasilieva), προτιμάει και τους άλλους άντρες, μεταξύ των οποίων και του καλύτερου του φίλου, Bill Haydon (Colin Firth).
Η αναφορά ενός πράκτορα που στάθμευε στο Χόνγκ Κονγκ για ύπαρξη προδότη στα κεντρικά του Λονδίνου, όταν μια επιχείρηση πάει στραβά και εκεί, ωθεί την πολιτική ηγεσία να επαναφέρει τον Smiley. Οι εξελίξεις έχουν τη μορφή χιονοστιβάδας, καθώς μεθοδικά, υπόγεια και αναμφισβήτητα, ο αντιήρωας ξετρυπώνει το δίκτυο των προδοτών στην υπηρεσία. Όλοι τους, είχαν καταντήσει υποχείρια του επικεφαλής των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών Karla, ο οποίος ουσιαστικά διοικούσε τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες από τη Μόσχα.
Το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο της μυθοπλασίας, είναι ότι βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, ορισμένα από τα σπουδαιότερα μυαλά της Οξφόρδης στρατολογήθηκαν στην υπηρεσία. Αξιοσημείωτο είναι επίσης, ότι οι περισσότεροι εξ αυτών ήταν επηρεασμένοι από τον μαρξισμό. Ο «ποντικός» ήταν ο μόνος που δεν πρόδωσε τελικά την πρώτη και μεγάλη του ιδεολογική αγάπη, και ο μόνος που πληρώνει με την ίδια τη ζωή του. Η σκηνή μιας πρωτοχρονιάτικης γιορτής, όπου ο Άγιος Βασίλης φοράει προσωπείο του Lenin, και όλοι οι βρετανοί πράκτορες σηκώνονται όρθιοι για να τραγουδήσουν μεθυσμένοι, τον εθνικό ύμνο της Ε.Σ.Σ.Δ. αποτελεί γνήσιο στιγμιότυπο-καρικατούρα της ψυχροπολεμικής εποχής.

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

Η Γυναίκα από τη Ζυρίχη-Πρώτο Μέρος

Με αυτό το διήγημα συμμετείχα στον 1ο Διαγωνισμό της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας και των εκδόσεων Άπαρσις. Η Γυναίκα από τη Ζυρίχη, είναι ένα εκ των δεκαπέντε διηγημάτων που ξεχώρισαν, και εκδόθηκε στον συλλογικό τόμο "15 Σφαίρες αναζητούν Θύματα" (Άπαρσις). Ακολουθεί το πρώτο μέρος του διηγήματος.


Πάνος Ιωαννίδης- Η Γυναίκα από τη Ζυρίχη 


   Παρά τη δυνατή βροχή που έπεφτε από το πρωί, η Piazza del Popolo διατηρούσε τη γοητεία της. Κοιτούσε από το γραφείο την κίνηση τρεις ορόφους πιο κάτω. Τα γεμάτα λεωφορεία που περνούσαν προς το Trastevere, τον  κόσμο που έμπαινε στο μετρό από τις ουλές του εδάφους, τις δυο γραμμές του τραμ που αγαπούσε περισσότερο, το 9 και το 22 και έφταναν μέχρι τις μακρινές καμπύλες της πόλης. Πριν λίγο είχε γυρίσει από το μεσημεριανό διάλειμμα. Μπολονέζα, πίτσα και καφές σε κάποιο από τα μυστικά στενά που αγκάλιαζαν την πλατεία σαν χορδές σπασμένης άρπας. Στο διπλανό τραπέζι, δύο μεσόκοπες λατέρνες γκρίνιαζαν στα ελληνικά για τον καιρό που τους χαλούσε το τριήμερο, του θύμισαν για λίγο την πατρίδα.
   Κρατούσε το γραφείο περιμένοντας πελάτες που θα απέφυγαν για ένα διάστημα την Cosmopolis, μετά από το πρόβλημα που προέκυψε με την αποκάλυψη, για τις μίζες που έπαιρναν υπουργοί από προμηθευτές δημοσίων έργων. Τα μέσα ενημέρωσης έριξαν την ευθύνη στην εταιρία, κατηγορώντας την για παραπληροφόρηση της κοινής γνώμης με ιδιαίτερη επιτυχία, σε βαθμό να πέσει η ζήτηση ακόμη και για παρακολουθήσεις που παραγγελλόταν από κερατάδες, πραγματικούς ή κατά φαντασία. Ο signore Aurellio για να καλύψει τη χασούρα έδρασε άμεσα, βάζοντας στο παιχνίδι μερικούς έμπιστους grossisti της διαφήμισης, οι οποίοι πρόβαλλαν τη νέα φίρμα Riflessione, ενώ σκόρπιζε τους πιο καλούς του μυστικούς ντετέκτιβ στα τέσσερα νέα γραφεία. Του έλαχε το μοναδικό μοναχικό πόστο, λόγω σπουδών, καθώς ήταν δυο βήματα η Galeria Borgese, και μερικά τσιγάρα δρόμος πιο κάτω το Castelo San Angelo και τόσα άλλα.
   Ωστόσο, δεν ήταν σύμφωνος με αυτή την στρατηγική, άποψη που είχε εκφράσει και στην άτυπη συνέλευση. Τα μυστικά της αγοράς ίσως κρατάνε όσο τα θαύματα, του απάντησε ο προϊστάμενος τους, όμως στον επερχόμενο οικονομικό κύκλο, το αγαθό με τη μεγαλύτερη ζήτηση θα είναι το χρήμα. Το γραφείο έπρεπε να είναι έτοιμο, να αντιμετωπίσει κάθε διαταραχή λοιπόν. Σύμφωνα με το πλάνο, οι πιο δύσκολες υποθέσεις στελνόταν στα κεντρικά, και μετά την επιτυχή έκβαση τους ο πελάτης ενημερωνόταν για την εμπλοκή της Cosmopolis. Μετά από ένα εύλογο χρονικό διάστημα, θα επέστρεφαν στη μαμά εταιρία, μέσω μιας υποτιθέμενης εξαγοράς. Έκλεινε μήνας σε λίγο και  όλο και όλο, είχε εξιχνιάσει την κλοπή μιας βιντεοκάμερας στο μεγάλο πάρκο της Villa και βρήκε την αρχική παραλήπτρια ενός βραχιολιού, που κατά λάθος είχε καταλήξει στη σύζυγο αντί για την ερωμένη ενός ταξιτζή.
   Εξακολουθούσε να παρατηρεί την κίνηση, όταν χτύπησε το κουδούνι και έσπευσε να ανοίξει πατώντας το κουμπί κάτω από γραφείο του. Ήταν γύρω στα τριανταπέντε, ψηλή με ξανθά μαλλιά και σκούρα μπλε μάτια, λίγο πιο γεμάτη από το κανονικό. Το άρωμα της θύμιζε τη μοναξιά των πευκοβελόνων, το φόρεμα της θα είχε φορεθεί από τη Monique Hennessy στον Χαφιέ, αν γυριζόταν μερικές δεκαετίες αργότερα. Θα μπορούσε να είναι η βασική μορφή στην Άνοιξη του Botticcelli σκέφτηκε, νιώθοντας το αίμα να κυλάει πιο έντονα στις φλέβες του. Θέλησε να της προτείνει να χαθούνε μέσα στη βροχή, ή να γράψουνε ένα ποίημα.  Όμως, τη ρώτησε τυπικά πως μπορούσε να την εξυπηρετήσει.
Λέγομαι Τάνια Μπαρτίτσι. Είμαι Ιταλοελβετίδα, κόρη πρώην βιοτέχνη. Ο πατέρας μου αναγκάστηκε λόγω της κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας, να κλείσει την οικογενειακή επιχείρηση κεραμικών στο Πράτο. Με αυτά τα χρήματα μας σπούδασε με τον αδελφό μου. Η μητέρα μου μας εγκατέλειψε, για να ζήσει τον όψιμο της έρωτα με τον λογιστή μας. Το υπόλοιπο ποσό τοποθετήθηκε σε δύο προθεσμιακούς λογαριασμούς στη Ζυρίχη. Ένα για μένα και ένα για τον Λουίτζι, με τον μπαμπά να είναι ο βασικός δικαιούχος.
Ήπιε λίγο από το νερό που της πρόσφερε. Η ταραχή της έκανε τα μάτια της, να θυμίζουν δίδυμες λίμνες έτοιμες να πλημμυρίσουν.
Τον τελευταίο καιρό, ο πατέρας μου πιέζεται να αγοράσει κρατικά ομόλογα και μετοχές με το σύνολο των χρημάτων. Ή τουλάχιστον, με τα περισσότερα. Έχει ως βασικό σύμβουλο τον Χέλμουτ Χόφμαν, στέλεχος χρηματοπιστωτικής εταιρίας. Του έχει τυφλή εμπιστοσύνη, σε βαθμό να μου τον πλασάρει για σύζυγο. Έχω βάσιμες υποψίες ότι θα πουλήσει τα ομόλογα στη δευτερογενή αγορά, για να πάρει την προμήθεια και στη συνέχεια θα τα αγοράσει φθηνότερα. Θα μας δώσει ψίχουλα, και θα είναι όλα εντάξει.
Για τι ποσό μιλάμε;
Γύρω στα τρία εκατομμύρια ελβετικά φράγκα.
Κάτι παραπάνω από δύο εκατομμύρια ευρώ, υπολόγισε.
Και εγώ, τι θέλετε να κάνω;
Να τον σταματήσετε.
Γιατί δεν ζητάτε να πάρετε τα χρήματα;
Το προτείναμε, αλλά ο πατέρας δεν συμφωνεί. 
Έχετε άλλα περιουσιακά στοιχεία;
Πέρα από το εισόδημα μου ως βρεφονηπιοκόμος στο δημοτικό κατάστημα της Ζυρίχης, όχι. Το πρόβλημα βρίσκεται στον Χόφμαν, όχι σε μας κύριε.
Η τράπεζα ενημερώθηκε για τη συμπεριφορά του;
Ναι, αλλά δεν βρήκαμε ανταπόκριση. Ακόμη και να απομακρυνθεί, ο ίδιος θα έχει το πρόσταγμα. Είναι από τους καλύτερους, καθώς τους φέρνει τα περισσότερα κέρδη.
Ποιο είναι το αδύναμο σημείο του;
Η πρώην δασκάλα του στο δημοτικό. Ουσιαστικά, τον μεγάλωσε και τον σπούδασε αυτή. Προέρχεται από πάμπτωχη οικογένεια, που ζούσε από τα επιδόματα πρόνοιας. Ο πατέρας του σκοτώθηκε σε ανταλλαγή πυροβολισμών, όταν προσπάθησε να ληστέψει μια τράπεζα. Η μάνα του μπαινόβγαινε στα ψυχιατρεία, μέχρι που αυτοκτόνησε. Μένει σε ένα χωρίο έξω από τη Ζυρίχη, κοντά στο αεροδρόμιο.

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

Δράμα, Αόρατη Πόλη- Διαδρομή Εικόνων, Μικρών Λέξεων και Ήχων

Μια λίστα από φωτογραφίες της Δράμας σε μέρη που αξίζουν τα πολλαπλά βλέμματα της ύπαρξης μας.

Τα Νερά της Αγίας Βαρβάρας-Δυτική Πλευρά

Τα Νερά της Αγίας Βαρβάρας-Ανατολική Πλευρά
 Κεντρικό σοκάκι της πόλης
Μυστικό σοκάκι της πόλης

Τα σπίτια που κοιτάζουν το νερό

Ο σύντομος δρόμος προς την παλιά πόλη

Το δρομάκι των βιβλίων
Όψη της πόλης από το μεγάλο νεκροταφείο
Προς την πλατεία της μικρής μας πόλης
Άδειοι δρόμοι, γεμάτα βλέμματα
Γεμάτοι δρόμοι, σύνθετες λέξεις

Ηρεμία


κλείνοντας με ένα τραγούδι που μας θυμίζει ότι το τέλος είναι η αρχή..




Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Δράμα, Αόρατη Πόλη



There's one thing that I should remember: There is a light at the end of the tunnel 
(Therapy, 30 Seconds)


Η γενέθλια μου πόλη είναι η Δράμα. Πρόκειται για μικρή πόλη, κτισμένη στο βορειοανατολικό κομμάτι της χώρας. Το ξεχωριστό στοιχείο της Δράμας είναι το υγρό. Τα νερά της πόλης είναι αμέτρητα, όσα και τα ενδιαφέροντα βλέμματα των ανθρώπων που έχουν μάθει να διαβάζουν τους στενούς της δρόμους. Στα  έγκατα της πόλης φτάνουν νερά από τον μεγάλο ποταμό (Νεστός), τα δέρματα της δροσίζονται από τις ορμές του μικρού ποταμού (Αγγίτης), η καρδιά της αναπνέει από τις δικές της πηγές (Αγία Βαρβάρα).
Η σχέση της πόλης με το νερό, αναδύεται από τις περισσότερες όψεις της, και ως εκ τούτου από τις αυθεντικότερες αφηγήσεις της. Ίσως για αυτό τον λόγο, η πόλη έχει μια σχέση τόσο υπαρκτή με την ουτοπία, όσο και αόρατη συνάμα. Τα πάρκα της Δράμας, έχουν πολλαπλές διαστάσεις. Στις αλέες κάποιοι μπαίνουν άντρες και βγαίνουν ξωτικά, στα λουλούδια, κάποιες από μάγισσες αλλάζουν σε νεράιδες.
Η Δράμα από ψηλά έχει σχήμα αστεροειδές. Θέλει να λάμψει, αλλά συχνά δεν ξέρει ποιες σκιές είναι καλύτερο για την ίδια να φωτίσει. Θέλει να μεγαλώσει, αλλά δεν ξέρει ποια ευχή θα  την φέρει στον κυρίαρχο γαλαξία. Θέλει να μείνει αγνή, αλλά συχνά ξεχνάει τα βήματα των παλιών καλών χορών. Το συντηρητικό της παρελθόν συνήθως κάνει τους καθρέπτες της, να τη δείχνουν σαν κάμπια και όχι σαν πεταλούδα που θέλει να πετάξει.
Οι κάτοικοι της Δράμας είναι πολύ φιλόξενοι. Τα σπίτια τους είναι ανοικτά, σαν βιβλία που οι σελίδες τους γυρίζουν από τον άνεμο. Αγαπάνε τα παζάρια και τις λέξεις, συχνά όμως η ρευστή υπόσταση των πραγμάτων θολώνει τη μνήμη τους, και ξεχνούν να παιδευτούν με την Ιστορία. Δεν έχουν μάθει ακόμα, πως όταν όλα μένουν στάσιμα είναι καλό να αλλάζεις, πως όταν όλα αλλάζουν είναι προτιμότερο να παρατηρείς.
Η Δράμα, είναι η πόλη που με μεγάλωσε, το μέρος που με πρόδωσε, το κλεινόν άστυ που μου δίνει ελεύθερο χρόνο άπειρο, τόσο ποιοτικό όσο χρειάζομαι να δημιουργήσω. Έχω διαβάσει τα χνάρια της. και ξέρω πως όταν βρέχει τα πάντα δείχνουν καθαρότερα. Έχω μελετήσει τα πεδία της, και γνωρίζω ότι όταν η πολιτεία είναι άδεια, οι ιδέες γίνονται δημιουργίες αμεσότερα.


Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Cinema Noir # 2 Ο Χαφιές



Ο Χαφιές (Les Doulos), 1962
Σκηνοθεσία: Jean-Pierre Melville. 
Σενάριο: Pierre Lesou, Jean-Pierre Melville. 
Πρωταγωνιστούν: Serge Reggiani, Jean Paul Belmondo, Phillipe March, Fabbienne Dali, Monique Hennessy René Lefèvre , Michelle Picolli
Παραγωγή: Georges De Beauregard, Carlo Ponti
Μουσική: Paul Misraki

Les Doulos: Στη γαλλική αργκό αυτοί που συνεργάζονται με την αστυνομία προδίδοντας συντρόφους του.

Από τα κλασικά φιλμ νουάρ της γαλλικής σχολής, σκηνοθετημένο από τον μάστορα του είδους Jean-Pierre Melville.  Η πλοκή συνιστά το σημείο διαφοροποίησης του φιλμ, με την κάμερα να κινείται πίσω, μπρος και ταυτόχρονα του τρέχοντος χρόνου της ιστορίας. Η ανδρική φιλία, η αφοσίωση στην συντροφικότητα και η πίστη στο λόγο τιμής λειτουργούν ως το λαδάκι της αφήγησης.
 Η σκοτεινή αισθητική προσδίδει περίσσια κίνηση στις σκιές των ηρώων, ενώ η ατμοσφαιρική μουσική υπενθυμίζει στο έμπειρο μάτι ότι καμία ιστορία δεν τελειώνει πριν το τελευταίο πλάνο. Δύσκολα συναντά ο θεατής ήρωα σε αυτό το φιλμ, που δεν είναι και καλός και κακός μαζί. Πρόκειται για την αποκορύφωση της  διαλεκτικής αφήγησης, με την σύγκρουση των θετικών και των αρνητικών χαρακτήρων να είναι τόσο θολή, όσο και τα κίνητρα που καθορίζουν τις πράξεις τους.
Ο Maurice (Serge Reggiani), άρτι αποφυλακισμένος μετά από έξι χρόνια επισκέπτεται τον φίλο του Gilbert (René Lefèvre), ο οποίος φυλάει τα διαμάντια από μια πρόσφατη ληστεία. Ο Maurice έχει βάσιμες υποψίες ότι ο Silien, (Jean Paul Belmondo), πρώην μέλος της ευρύτερης συμμορίας, τον κάρφωσε στην αστυνομία για να γλιτώσει, άποψη που έχει μοιραστεί με τους συγκρατούμενους του. Ωστόσο, δολοφονεί τον φίλο του και φεύγει με τα διαμάντια με σκοπό να ξαναριχτεί στην πιάτσα. Κατά τη διάρκεια μιας νέας ληστείας, τραυματίζεται από πυρά της αστυνομίας και ξυπνά στο διαμέρισμα του φίλου Jean (Phillipe March). Οι υποψίες του εναντίον του  Silien, εντείνονται ακόμη περισσότερο, την ώρα που ο τελευταίος ανακρίνεται από την αστυνομία. Ο Maurice συλλαμβάνεται λόγω νέων κατηγοριών, ακριβώς την ώρα που μαθαίνει τον θάνατο της  φίλης του Theresse (Monique Hennessy). Ακολούθως ο Silien, αφήνεται ελεύθερος καθώς δεν ενέδωσε στις πιέσεις για συνεργασία με την αστυνομία, ανακαλύπτει τον πραγματικό χαφιέ, και πηγαίνει στο night club που διευθύνει ο γκάνγκστερ  Nuttheccio, (Michelle Picolli). Αποτέλεσμα της βραδιάς είναι να κλείσει ραντεβού με τη μετρέσα του Nuttheccio, και πρώην ερωμένη του Fabienne (Fabbienne Dali).
            Η μερική κάλυψη των γεγονότων μέσα από την κίνηση της ιστορίας και πέρα από την κάμερα θεμελιώνει τη μοναδικότητα της ταινίας. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται αναφωνεί ο θεατής όταν το τέλος πέφτει σαν σφαίρα σε χαρτοπόλεμο. Από τα φιλμ που βλέπεις και κατά βάθος θα ήθελες να τα είχες γράψει μυθιστόρημα.