Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Κλασικά μη Εικονογραφημένα# 5: Λούλα

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Λούλα(Καστανιώτης)

Σε καιρούς που όλα πωλούνται και αγοράζονται, όπου για κάθε ατιμία υπάρχει συγκεκριμένο τίμημα, εύκολα και ο έρωτας αποκτά την ανταλλακτική του αξία. Όταν δε, η ικανοποίηση και το πάθος καθίστανται σύμβολα ευτυχίας και ευημερίας στο αφρό της ρηχής έτσι και αλλιώς θάλασσας του life style, τα προβλήματα των προσωπικών σχέσεων επιδεινώνονται αντί να λυθούν. Ωστόσο, τα όρια της ερωτικής μαζικής κουλτούρας είναι τόσο δυσδιάκριτα ώστε συχνά τα θύματα εύκολα να μετατρέπονται σε θύτες.
Το μυθιστόρημα του Βαγγέλη Ραπτόπουλου είναι ένα μεγάλο έργο, που δεκαπέντε χρόνια μετά την αρχική του έκδοση, επανεκδίδεται για να εδραιώσει το ίχνος μιας εποχής που πέρασε ανεπιστρεπτί. Μια υπέροχη σκοτεινή αλληγορία γραμμένη σε πολλαπλά αφηγηματικά επίπεδα που θεμελιώνει πολυδιάστατα νοήματα. Διαβάζοντας το βιβλίο συναντάμε στοιχεία από το νεωτερικό μυθιστόρημα, τη noir και τη φανταστική λογοτεχνία, την ερωτική λογοτεχνία και φυσικά την πορνογραφία. Και αυτός ο συνδυασμός είναι που προσδίδει στη Λούλα μια απίστευτη λογοτεχνική ιδιοσυγκρασία.  
Η Λούλα δεν ικανοποιείται. Η Λούλα δεν μπορεί να φτάσει σε οργασμό, παρά το ότι έχει χρησιμοποιήσει όλα τα διαθέσιμα μέσα. Ούτε ο προικισμένος σύντροφος της Στέλιος, ούτε η χρήση μαριχουάνας, ούτε ο αυνανισμός, ούτε οι συμβουλές των χαζοχαρούμενων στηλών γυναικείων περιοδικών, έχουν επιφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, είναι ακόμη πιο ευάλωτη και εύπιστη στις οχλήσεις ενός γοητευτικού αγνώστου που της θυμίζει τον Paul Newman. Και εδώ τονίζεται η εμπορική διάσταση του έρωτα, καθώς η Λούλα συγκρίνει την πηγαία ομορφιά του άντρα  που ερωτεύεται με ένα αντρικό πρότυπο.
Η Λούλα ιδιωτεύει. Παρά το ότι είναι μόλις είκοσι ετών, πανέμορφη, σχετικά καλλιεργημένη και δίχως οικονομική στενότητα, η φοιτήτρια της Φιλοσοφικής ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τον μικρόκοσμο της. Η Λούλα αποδέχεται την φαλλοκρατική συμπεριφορά του συντρόφου της, όντας υποταγμένη σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο. Η αδιαφορία της για τα res publica είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της εποχής της, των mid ‘90s. Οι κοινωνικές επαφές της εξαντλούνται στη φιλική σχέση που έχει με τη συγκάτοικο της Εύη και την συμφοιτήτρια της Σώτη. Αδιαφορεί για το ότι μεγαλώνει σε έναν κόσμο υπό μετάβαση, τις συνέπειες της οποίας βιώνουμε σήμερα. Αντιμετωπίζει τον εαυτό της ως πράγμα που έχει μια συγκεκριμένη αποστολή, αντανακλώντας την οικονομίστικη αντίληψη που έχουν οι περισσότεροι μικρομεσαίοι για τη ζωή.
Η Λούλα είναι φορέας του μεταμοντέρνου α-νόητου τρόπου ζωής. Η αποκλειστική ενασχόληση της με το σώμα, εκφράζει με τον πλέον εύσχημο τρόπο την σχέση με το εγώ. Το εγώ που γίνεται φορέας ενός κόσμου τον οποίο, το ίδιο το άτομο δεν γνωρίζει. Το πόσο ανέτοιμη είναι η ηρωίδα να αντιμετωπίσει την κοινωνική ζωή, διακρίνεται και από τα όσα συμβαίνουν στη μοναδική και κρίσιμη συνάμα σκηνή που αφήνει το διαμέρισμα για να κυνηγήσει τον έρωτα.
         Ο απόλυτος και διαρκής έρωτας που βιώνει μέσα από τη  συνεύρεση της με τον γοητευτικό άγνωστο έχει κάτι το αρρωστημένο. Ένα ιδιαίτερα εύστοχο εύρημα που τονίζει ότι η αλλοτρίωση  είναι τόσο βαθιά στην εποχή του δούναι και λαβείν που μπορεί να φτάσει ακόμη και στο πεδίο του άλογου έρωτα. Ή με άλλα λόγια, εκείνος που είναι μονίμως ερωτεύσιμος, ζεστός και ηδονικός έχει κάτι το επιλήψιμο, κάτι το βλάσφημο καθώς αποχωρίζεται την ανθρώπινη ιδιότητα του.