Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Μαντί Χωρίς Γέμιση (Ολόκληρο το Διήγημα)


 Πάνος Ιωαννίδης

Μαντί χωρίς Γέμιση

στη Μαρία Καπία για τις βροχές στην Πόλη


Δεν έχω άλλα λουλούδια να σου φέρω
όμως μια μέρα θα γίνω ο μέγας κηπουρός
φυτεύω θα κλαδεύω θα ποτίζω
θα ’χω το σπίτι μου πάνω σ’ ένα σύννεφο
θ’ ανάβω τα όνειρά μου με τον ήλιο

Σήμερα ακόμα είμαι ένας πλοηγός
συνένοχος για τις λάσπες τα λεμόνια
τους τενεκέδες στο νερό μες στο λιμάνι
τρελαίνω τη σειρήνα σπέρνω το αίμα μου
φορώ γυαλιά από πέτρα και με λένε Πέτρο
(Μίλτος Σαχτούρης-Πέτρος)


Το αεροπλάνο προσγειώθηκε ομαλά στο Ατατούρκ, σαν φτερό που βρίσκει το καπέλο του. Η πλειονότητα των επιβατών επιδόθηκε σε χειροκροτήματα και ζητωκραυγές, αποδεικνύοντας ότι η άποψη της Άυρας ίσχυε. Όταν ένας λαός κόβει μια κακή συνήθεια την αρχίζει ο γείτονας του. Ωστόσο ο τύπος δίπλα του, που ερχόταν από το Μάντσεστερ, συνέχιζε να διαβάζει αμέριμνος το Κουιντέτο του Μπουένος Άιρες, αδιάφορος για τις αντιδράσεις των συμπατριωτών του.
            Η Αύρα είχε την ηθική ευθύνη της μετάβασης του στην Πόλη. Όλα κυλούσαν όμορφα εκείνη τη βραδιά, την αφιερωμένη στα μουσεία της πλάσης. Είχαν επιλέξει το Castelo San Angelo, όπου έπαιζε ένα τοπικό βραβευμένο κουαρτέτο μαθητών. Το ταλέντο των μαθητών γινόταν ένα με το ελαφρύ αεράκι που φυσούσε. Μέχρι που στο διάλειμμα και κατά τη διάρκεια ενός ντεσού με μια ντόπια διευθύντρια, χτύπησε το κινητό της. Επέστρεψε ταραγμένη και τον πήρε παράμερα. Ο εγγονός της καρδιακής φίλης της γιαγιάς Αύρας, βρέθηκε πισώπλατα μαχαιρωμένος σε ένα σοκάκι του Λαλελί. Η συνονόματη γιαγιά είχε εγκατασταθεί στο Βόλο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, όταν ένας Γάλλος λοχαγός την ερωτεύτηκε και την έμπασε σε ένα καράβι. Μετά την εγκατάσταση της στον Βόλο έψαξε και βρήκε την παιδική της φίλη Χρυσάνθη, που είχε υιοθετηθεί από μια πλούσια οικογένεια του Πέραν. Στην πάροδο των χρόνων είχαν δεθεί παρά την απόσταση, και αντάλλασσαν πάμπολλες επισκέψεις. Η συμβία του θυμόταν πάντα την πολίτισσα κυρία σαν την σουλτάνα ενός παραμυθιού με λυπημένο τέλος.
 Η κυρά Χρυσάνθη που πλέον πλησίαζε τα εκατό, είχε προλάβει μετά τον γιο της που έφυγε από καρκίνο στο πάγκρεας να θάψει και τον εγγονό. Η Αύρα ήταν ανένδοτη παρά τις αντιρρήσεις του. Η τουρκική αστυνομία θα ασχοληθεί ελάχιστα για το θεαθήναι, ενώ οι δικοί μας τους έχουν γραμμένους. Πρέπει να πας, δεν έχουν άλλο τρόπο. Οι ντόπιοι ιδιωτικοί είναι τα πολλαπλά χεράκια της ασφάλειας. Έχουν δικαίωμα να μάθουν τι έγινε.
  Μόλις είχε ξεμπερδέψει από τη διαλεύκανση της δολοφονίας μιας ζωντοχήρας στο Λάτσιο και το τελευταίο που ήθελε στα πόδια του ήταν τα σκοτεινά χνάρια ενός ακόμη πτώματος. Οι πιθανότητες επιτυχίας σε μια τέτοια υπόθεση μόνο με το μέρος του δεν ήταν. Όμως από την πρώτη στιγμή, αναγνώρισε μέσα του μια μυστική δύναμη που τον ωθούσε να αναλάβει.
Στην έξοδο τον περίμενε ένας οδηγός ταξί κρατώντας μια χάρτινη ταμπέλα, όπου ήταν γραμμένο με κόκκινο μαρκαδόρο το όνομα του σε δύο γλώσσες. Petros Riveris. Πέτρος Ριβέρης. Παρατηρούσε την κίνηση από το πίσω κάθισμα. Του έκαναν εντύπωση τα αγόρια απροσδιόριστης ηλικίας που πουλούσαν σουβλάκια και χαμψία στους οδηγούς των πλημμυρισμένων δρόμων, ψημένα παράμερα. Στο βάθος οι ομοιόμορφοι ουρανοξύστες έλεγχαν με τα φαλλικά τους μάτια, την τάχιστη πορεία της πόλης προς τις ερήμους της παγκοσμιοποίησης. Στη γέφυρα του Γαλατά οι ενταγμένοι απόκληροι κρατούσαν σφιχτά τις πετονιές τους, ελπίζοντας σε μια καλή ημερήσια ψαριά. Νο χάνγκρυ νο χάνγκρυ, του είπε γελαστά ο οδηγός κοιτάζοντας τον από τον καθρέπτη. Istanbul τσιγγάνα πόλη σκέφτηκε, καθώς κοιτούσε την αχανή κατατομή της που θύμιζε θηρίο σε ξεκούραση.
Το ξενοδοχείο Πέρα ήταν αντάξιο της φήμης του. Αισθάνθηκε άνετα λόγω της απουσίας φωτογραφιών του Κεμάλ από τον χώρο υποδοχής, και της σχετικά διακριτικής τοποθέτησης της τουρκικής σημαίας παρέα με μια σειρά άλλες. Από το δωμάτιο του το βλέμμα του μπορούσε να χαθεί στα ιστορικά πεδία της παλιάς πόλης, στον πρόσφατα καθαρισμένο από τη λάσπη των αιώνων Κεράτιο και στη Θάλασσα του Μαρμαρά.

Η Χρυσάνθη Τσαβδάρογλου τον περίμενε στο φουαγιέ. Ένα μαύρο φόρεμα τόνιζε την αρχοντική ομορφιά της παρά το πένθος , αν και πρόσθετε στη μορφή της περισσότερα από τα τριάντα κάτι χρόνια της. Μαύρα μαλλιά χτενισμένα στη μέση για να φαίνεται ένα λαμπερό πρόσωπο φωτισμένο από δυο μελιά μάτια. Οβάλ σώμα με τις καμπύλες να τονίζουν ότι η καταγωγή μιας γυναίκας μπορεί να λειτουργεί και ως κόσμημα.  
            Κατά τη διάρκεια των συστάσεων τον ενημέρωσε ότι εργάζεται ως φιλόλογος στο Ζωγράφειο Εκπαιδευτήριο. Ήταν δύσκολα να διδάσκεις την ελληνική γλώσσα στην Κωνσταντινούπολη, αλλά άξιζε τον κόπο. Ένοιωθε ισορροπημένη με τη ζωής της, και δεν άλλαζε με τίποτα την ενέργεια που έπαιρνε από τα παιδιά, αν και το κακό που τους βρήκε ήταν από τα άγραφα.
 Κατηφόρισαν για φαγητό προς τα φανερά σοκάκια, που ξετυλιγόταν γύρω από τον Πύργο του Γαλατά. Σάββατο βράδυ η Istiklal ξεχείλιζε από ορδές ντόπιων και δυτικών να γυρεύουν στο φιδίσιο κορμί της σημάδια που βγάζουν σε εσωτερική ανατολή. Το παλιό τραμ ανεβοκατέβαινε ρυθμικά τον φαρδύ πεζόδρομο, θέτοντας τα όρια της τουριστικής αναζήτησης. Πρόλαβαν το τελευταίο τραπέζι μιας υπαίθριας ταβέρνας απέναντι από ένα εργαστήριο ξυλογλυπτικής.

- Ο αδελφός μου ήταν ομοφυλόφιλος. Δηλωμένος. Και γι αυτό διπλά απορριμμένος. Από τη μια πλευρά, η ελληνική ορθόδοξη κοινότητα δύσκολα κατάπινε ότι ένα από τα εξέχοντα τέκνα της ήταν πισωγλέντης. Από την άλλη, η τουρκική μεσαία τάξη της πόλης, χρησιμοποιεί την ομοφυλοφιλία ως λόγο αποκλεισμού από τα σαλόνια της, αν και δεν συναντιέται σπάνια στα βλαστάρια της.
Ήπιε μια γουλιά κόκκινο κρασί πριν συνεχίσει.
- Πάντοτε μου έλεγε, ότι είναι δυο φορές ξένος στην ίδια του την πόλη.
- Από ότι γνωρίζω, ήταν πολιτικός μηχανικός.
- Ναι από τη λήψη του master του και έπειτα εργαζόταν στην Dival Insaat  σε μια από τις μεγαλύτερες κατασκευαστικές εταιρίες της χώρας.
- Τον τελευταίο καιρό είχε σχέση;
- Εδώ και τρία χρόνια περίπου σχεδόν συζούσε με τον Μουράτ, έναν ντόπιο αρχιτέκτονα. Οι παππούδες του ήταν κτηνοτρόφοι που ήρθαν από το Ντιγιάρμπακιρ. Ο πατέρας και ο θείος του πλούτισαν απότομα, όταν κατάφεραν να γίνουν οι βασικοί προμηθευτές γαλακτόζης του στρατού.   
- Στην δουλειά του είχε προβλήματα;
- Διάφορα προβλήματα του δημιουργούσε το αφεντικό ο Αχμέτ Ντιβάλ.
-Όπως;
- Όπως ότι αρχικά του έδινε τις χαμαλοδουλειές λόγω της ελληνικής καταγωγής του. Στη συνέχεια του πετούσε σπόντες για την ομοφυλοφιλία του, που ήταν ουσιαστικά έμμεσες απειλές για συμμόρφωση στις εταιρικές του ισορροπίες
- Που μπορώ να βρω τους φίλους του;
-Σε ένα μπαρ λίγο πιο πάνω από εδώ. Nightcall, λέγεται.
- Είχε σχέσεις με την ελληνική κοινότητα;
- Πέρα από τον παιδικό του φίλου Γιώργο Σαχπαζή, ανώτερο τραπεζικό στέλεχος, ελάχιστες. Απέφευγε τις τακτικές συνεστιάσεις, αν και συνήθιζε να παρευρίσκεται στις εθνικές γιορτές.  Α, έκανε παρέα και με την Ιρέν μια ελληνογαλλίδα που ήρθε για σπουδές στην Πόλη και κόλλησε. Κατά πάσα πιθανότητα θα τη βρούμε στο μπαρ που θα πάμε αύριο το βράδυ, βάζει μουσική εκεί.
Έστριψε με δεξιοτεχνία ένα τσιγάρο πριν ρωτήσει – Έχεις πληροφόρηση για την εξέλιξη της κατάστασης στην Ελλάδα;
- Ήμουν πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη για μια υπόθεση. Απ’ το κακό στο χειρότερο, μπορώ να πω. Λες και έχουν υπνωτίσει τον κόσμο. Κατά τη διάρκεια των ταραχών της Άνοιξης εδώ, τα ελληνικά κατεστημένα μέσα καυτηρίαζαν τις πρακτικές της τουρκικής αστυνομίας. Ενώ στην Ελλάδα για όλα φταίνε οι συνδικαλιστές, οι αναρχικοί και όσοι δεν εφαρμόζουν το νόμο.
- Οι έννοιες της συντήρησης και της προόδου είναι διαλεκτικές, όχι οντολογικές του είπε πριν στρωθούν στο φαγητό.

Τα γραφεία της εταιρίας που εργαζόταν ο Τσαβδάρογλου, βρισκόταν στην ασιατική πλευρά της πόλης. Το καραβάκι της γραμμής που περνούσε τον Βόσπορο ήταν γεμάτο από ανθρώπους δοσμένους στην καθημερινότητα. Νοικοκυρές που είχαν βγει για ψώνια τυλιγμένες με τον φερετζέ τους, φοιτητές που όδευαν προς την σχολή , συνταξιούχοι προς άγρα παρέας για το πρωινό τσάι. Ο φθινοπωρινός άνεμος του Βοσπόρου του δρόσιζε το πνεύμα, ενώ το βλέμμα του τραβούσαν τα καράβια που ανεβοκατέβαιναν το κανάλι.
            Η κατασκευαστική εταιρία στεγαζόταν σε ένα νεόδμητο κτίριο φτιαγμένο από σίδερο και γυαλί, κοντά στο Πανεπιστήμιο του Μάρμαρα. Στην υποδοχή του ζήτησαν να περιμένει μέχρι να τον αναγγείλουν. Δίπλα στο γκισέ έστεκε απατηλός ένας μαρμαρωμένος δερβίσης που διαφέντευε τον χώρο με το άδειο βλέμμα του.
            Ο Αχμέτ Ντιβάλ συγκαταλεγόταν στους ανθρώπους που προσμένουν με αγωνία να περάσουν το κατώφλι των πενήντα. Η όψη του αντανακλούσε ένα πνεύμα γεννημένο να γεράσει, να δείξει σε όλους την αξία των καθεστηκώτων στάσεων και αντιλήψεων  Είχε ροδοκόκκινο παχουλό πρόσωπο, που πλαισιωνόταν από ένα ασπρόμαυρο μουστάκι, ασορτί με τα γκρίζα αραιωμένα μαλλιά του. Σήκωσε με αρκετή ευλυγισία τα περίπου εκατόν είκοσι κιλά του για τη χειραψία. Κοίταξε με προσποιητό ενδιαφέρον την επαγγελματική ταυτότητα του Ριβέρη, και του έδειξε την καρέκλα μπροστά από το γραφείο του.
- Ο θάνατος του Αργύρη βύθισε την εταιρία μας στο πένθος ήταν τα πρώτα του λόγια πριν σταυρώσει τις παλάμες του.
-Ποια ήταν καθήκοντα του στην εταιρία σας;
- Είχε την επίβλεψη μιας σειράς έργων. Η τελευταία του αρμοδιότητα ήταν η εποπτεία ενός νέου σταθμού του μετρό της Istanbul που η εταιρία μας έχει την τιμή να κατασκευάζει.
- Αν κατάλαβα καλά, η τοποθέτηση του σε αυτήν τη θέση δήλωνε την εμπιστοσύνη σας.
- Κύριε Ριβέρη, εδώ μέσα είμαστε όλοι μια οικογένεια. Προσλαμβάνουμε άτομα ικανά, με συστάσεις που αξίζουν την εμπιστοσύνης μας.
- Διαβάζοντας ωστόσο τα ημερολόγια του, ήρθα αντιμέτωπος με την ενόχληση σχετικά με τη ρατσιστική συμπεριφορά της εταιρίας απέναντι του, πέταξε τα άδεια του ο ντετέκτιβ.
Το ασυναίσθητο πετάρισμα των βλεφάρων του Ντιρβάλ έδειξε ότι τα γεμάτα ήταν έτοιμα να πιαστούν.
- Μένω έκπληκτος από αυτά που ακούω. Εμείς του φερόμασταν σα να ήταν Τούρκος.
- Δεν ήταν όμως.
 Ο χοντρός ξεφύσησε σκύβοντας το κεφάλι ψάχνοντας κάτι ανύπαρκτο στα χαρτιά του. Μικρές στάλες ιδρώτα είχαν αρχίσει να στεφανώνουν το πλατύ του μέτωπο.
- Καταλαβαίνετε ότι είμαστε μια εκ των μεγαλυτέρων κατασκευαστικών εταιριών της Τουρκίας. Φυλάσσουμε τη φήμη που με τόσο κόπο έχουμε δημιουργήσει σαν κόρη οφθαλμού, ειδικά στις μέρες μας που ο ανταγωνισμός είναι αμείλικτος.
- Μείνετε ήσυχος κύριε Ντυρβάλ. Οι πληροφορίες που συλλέγω χρησιμοποιούν αποκλειστικά για τη διαλεύκανση των υποθέσεων που αναλαμβάνω. Αν φτάσω ποτέ στο σημείο να τις πουλάω, σημαίνει ότι ήρθε η ώρα να αποσυρθώ. Και όπως βλέπετε είμαι πολύ νέος ακόμη.
- Έχει καλώς. Έχει καλώς, έδειξε να χαλαρώνει ο Ντιβάλ.
- Λοιπόν, καθώς σε μια σύγχρονη οργάνωση όλοι πρέπει να αισθάνονται ικανοποιημένοι, ο Αργύρης αμειβόταν μια κλίμακα πιο κάτω από αυτήν που του αναλογούσε.
- Ικανοποιούσε αυτή η επιλογή τους υπόλοιπους εργαζομένους;
- Από ότι μου είχε εκμυστηρευτεί ο εκπρόσωπος τους, ναι.
- Εργαζόταν όμως το ίδιο σκληρά με τους άλλους.
Ο Ντυρβάλ ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα.
- Είχε εκφράσει την ενόχληση του σε εσάς, ή στους συναδέλφους του;
-Όχι γιατί ήταν μέρος της αρχικής συμφωνίας του τόνισε καθώς σηκωνόταν θέλοντας να του δείξει ότι η συνάντηση τους τέλειωσε.

Ο συμβίος του Αργύρη Τσαβδάρογλου ζούσε σε ένα στούντιο στην περιοχή του Γαλατά. Ένα σπορ A3 ήταν παρκαρισμένο κάτω από το διαμέρισμα με την οροφή του να έχει μορφή ασπρόμαυρης σκακιέρας. Το καλό γούστο και η οικονομική άνεση κυριαρχούσαν στο σπίτι, μαζί με την επιμελημένη προσπάθεια να μην φανερώνεται στο άπειρο βλέμμα ο γενετήσιος προσανατολισμός του νοικάρη. Τα art deco έπιπλα, το γυαλισμένο μαρμάρινο δάπεδο, τα εφαρμοσμένα στο ταβάνι φωτιστικά και οι απομιμήσεις του Basquat στους λευκούς τοίχους  δημιουργούσαν μαζί τις ηλεκτρονικές συσκευές ένα σκηνικό μελλοντικής απρόσωπης νοσταλγίας. Η πολύχρωμη σημαία του τρίτου φύλου, είχε πάρει τη θέση της κουρτίνας στο μπάνιο. Στο κομοδίνο δίπλα στο διπλό κρεβάτι μια φωτογραφία του ζευγαριού στον Παρθενώνα, συντηρούσε το παρελθόν στο παρόν.  Έπιασε το σινιάλο και επιθεώρησε σύντομα το υπόλοιπο διαμέρισμα, όσο ο Μουράτ Σαντικάν τον περίμενε στο μπαλκόνι, κοιτάζοντας τα μικρά βαπόρια που έφευγαν για την κλασική περιήγηση στα Πριγκηπόνησα και καπνίζοντας το ναργιλέ του.
-  Προφανώς δεν ήρθατε να με συλλυπηθείτε κύριε Ριβέρη, του είπε δείχνοντας την ψάθινη καρέκλα δίπλα του.
- Αυτό δεν σημαίνει ότι αδιαφορώ για τον πόνο σας απάντησε παίρνοντας τον δεύτερο ναργιλέ.
Ήταν ένας όμορφος  άντρας που πλησίαζε με μικρά αλλά σταθερά βήματα τα σαράντα. Ντυμένος στα εκρού χρώματα που τόνιζαν το όμορφο μελαψό πρόσωπο του, με ασημένιες αλυσίδες στα καλαίσθητα χέρια και γεροδεμένο κορμί, σχημάτιζε το πρότυπο του ανατολίτη εραστή.
- Προέρχομαι από ευκατάστατη οικογένεια, πρόλαβε την σκέψη του. Οι γονείς μου όμως και ιδιαίτερα ο πατέρας μου, δεν αποδέχτηκαν ποτέ τον προσανατολισμό μου. Αναλογιστείτε ότι δεν έγινε καμία συζήτηση στο σπίτι, τουλάχιστον παρουσία μου. Τα περισσότερα υπονοούνται, λίγα διατυπώνονται. Όταν γίνονται κατανοητά.
- Πρόκειται για το ανατολίτικο σαβουάρ βιβρ;
- Μπορείτε να το πείτε και έτσι. Εκμεταλλεύτηκα την αμηχανία τους και μέσω των γνωριμιών του πατέρα μου εξασφάλισα σχετικά εύκολα μια θέση ανώτερου διοικητικού υπαλλήλου στο δήμο της Πόλης. Είμαι υπεύθυνος χωροταξικού σχεδιασμού της μητροπολιτικής περιοχής. Ωστόσο η εξουσία που έχω, δεν λειτουργεί ως πασαπόρτι στην ευρύτερη οικογένεια. Ο γαμπρός μου συνηθίζει να λέει στην αδελφή μου ότι πρόκειται για ένα εφηβικό καπρίτσιο που θα μου περάσει. Μέχρι τότε, δικαιούμαι να βλέπω τα ανίψια μου αποκλειστικά στις γιορτές.
- Ο Αργύρης Τσαβδάρογλου βίωνε ανάλογα προβλήματα;
- Κυρίως στη δουλειά, και λιγότερο στην οικογένεια, που το είχε αποδεχθεί σιωπηρά. Σχετικές προλήψεις αντιμετώπιζε από κάποια μέλη της ελληνικής κοινότητας. Για να είμαι πιο ξεκάθαρος από ότι έχει απομείνει από την ελληνική κοινότητα, δηλαδή γύρω στα 2000 άτομα, αν δεν κάνω λάθος. Όμως ήταν αντιδράσεις γραφικών που δεν τις έπαιρνε στα σοβαρά.
Ο Ριβέρης σηκώθηκε και κοίταξε την κίνηση στη λεωφόρο. Έπειτα στράφηκε προς τον συνομιλητή του, στηρίζοντας τη μέση του στα κάγκελα.
- Αντίζηλοι υπήρχαν;
Ο αρχιτέκτονας χαμογέλασε εμφατικά.
- Ήμασταν δοσμένοι ο ένας στον άλλον. Μας φλέρταραν άλλοι, αλλά δεν ενδίδαμε. Όσον αφορά το ενδεχόμενο της αρρώστιας, μπορώ να σας δείξω τις εξετάσεις πριν συμβεί το κακό. Είχαμε αποφασίσει να μεταβούμε στην Αμερική για να παντρευτούμε.
- Με άλλα λόγια ζούσατε άνετα.
- Ναι, αν και ο Αργύρης ήταν κακοπληρωμένος, οι δικές μου απολαβές μας επέτρεπαν μια άνετη ζωή.
- Τότε τι πήγε στραβά;
- Αυτό είναι δική σας δουλειά να το βρείτε. Θα πληρωθείτε καλά φαντάζομαι.
- Το συνηθίζω, του απάντησε κοιτάζοντας στον μάτια.
- Η οικογένεια σας γνώριζε ότι συζείτε με Έλληνα; ξεκίνησε εκ νέου την επίθεση ο Ριβέρης.
- Τι σχέση έχει αυτό με την υπόθεση;
- Είναι δική μου δουλειά να το κρίνω. Αν χρειαστεί μπορώ να τους επισκεφτώ.
- Τα φαινόμενα απατούν κύριε Ριβέρη. Οι γονείς μου είναι ομοφοβικοί, όχι ρατσιστές.
- Όποιος καταφέρνει να απατά τα φαινόμενα, γνωρίζει βαθύτερα την πραγματικότητα.

Πήρε το τραμ και παραλίγο να χάσει την στάση στο τζαμί του Beyazit, καθώς κοιτούσε από το παράθυρο την αργόσυρτη ρουτίνα της πόλης. Μπήκε στον αλγεβρικό λαβύρινθο του Capaliscarsi από τη δωδέκατη πύλη του. Μεσημέρι Παρασκευής τα λεφούσια των επισκεπτών είχαν πλημμυρίσει το μεσαιωνικό παζάρι. Βρέθηκε εύκολα στην κεντρική οδό και επιβράδυνε το βάδισμα του, κοιτάζοντας εναλλάξ την πραμάτεια, τους πωλητές και το ωοειδές ντεκόρ. Όταν βρήκε το  κεντρικό Τ, όπου σύμφωνα με τον siniore Aurelio ο αέρας σε ορισμένες περιπτώσεις μαγαζιών έφτανε το ένα εκατομμύριο δολάρια, έστριψε αριστερά.
            Αγόρασε δυο πασμίνες για την Αύρα, μαύρο τσάι για το σπίτι, λουκούμια με σοκολάτα για τα παιδιά στο γραφείο. Κόντευε μία και ο ιμάμης στο διπλανό τζαμί είχε αρχίσει το κήρυγμα του. Ένοιωσε το στομάχι του να γουργουρίζει και σκέφτηκε να φάει κάτι πρόχειρο. Όμως την προσοχή του κέρδισε ένα παζάρι που εξελισσόταν στα τουρκικά σε ένα μικρομάγαζο με χειροποίητα επιτραπέζια, ανάμεσα σε μια μεσόκοπη Ελληνίδα και στον ομήλικο της ιδιοκτήτη.
-Πόσο δίνεις το σκάκι;
-170  λίρες μαντάμ.
- 75 ευρώ; Δεν θα σαι καλά.
- Πόσα δίνεις κυρία;
- 30.
- Πολύ λίγα, δώσε 60.
-40.
Ο πωλητής έδειξε να το σκέφτεται. –Σιγά που δεν θα το δεχτεί, τέτοιες ψωμόλυσσες που είναι, σφύριξε στον αμίλητο σύζυγο της η κατίνα στα ελληνικά.
- 60 δέσποινα.
-40 τελευταία προσφορά.
Ο Τούρκος κούνησε προς τα πίσω το κεφάλι του και μάζεψε το σκάκι για να το βάλει στη θέση του.
-Βρωμότουρκοι ,έφτυσε η κάργια πιάνοντας αγκαζέ τον άντρα της και τραβώντας προς μια άλλη κατεύθυνση.
Ο μαγαζάτορας πήγε προς το μέρος του.
- Εγκώ λίγο Πόντιος του είπε στα ελληνικά. Γκιαγκιά από Σαμσούντα. Το μάτι του Ριβέρη στράφηκε ασυναίσθητα προς την οροφή του μαγαζιού, όπου έσταζε σκουριασμένο νερό.

Όταν μπήκανε στο μπαρ ακουγόταν το Let Love In του Cave. Ήταν ένας μακρόστενος χώρος που κατέληγε σε μια αυλή που έριχνε βλέμματα στον ουρανό μέσω μιας κληματαριάς, ενώ στο βάθος αχνοφαινόταν η θάλασσα. Οι περισσότεροι θαμώνες είχαν προτιμήσει τη δροσιά του αίθριου παρά την ψύχρα καθώς λίγοι καθόταν στη μπάρα, συζητώντας με τον μπάρμαν ή τη d.j. Τα πολύχρωμα τους ρούχα φωσφόριζαν την αύρα τους στις επιφάνειες ενώ τα βλέμματα τους έψαχναν ότι μπορεί να κάνει τη διαφορά. Η Ιρέν βρισκόταν πίσω από τα decks και του συστήθηκε χαρούμενη λέγοντας ότι η Ρώμη είναι μετά την Ιστανμπούλ η αγαπημένη της πόλη.
Στράφηκαν σε μια παρέα που καθόταν δίπλα σε γλάστρες δίχως λουλούδια,  στα πεζούλια του κήπου. Η Ντενίζ  η γραφίστρια και ο Ορχάν ο ζωγράφος, αναγνώρισαν τη Χρυσάνθη μεμιάς και την αγκάλιασαν. Τους σύστησε τον Ριβέρη εξηγώντας τους το ρόλο του, και μετά από ένα ποτό αποχώρησε διακριτικά.

- Τι να σου πρωτοπώ για τον Αργύρη ξεκίνησε η Ντενίζ. Τα βαμμένα κόκκινα μαλλιά της ερχόταν σε αντίθεση με το σκούρο δέρμα της ενώ η μαυροκόκκινη πλισέ παντελόνα της κρατούσε τις εναλλαγές του ανέμου μακριά από τα πόδια της. – Δύσκολα θα βρεις άνθρωπο που να χάρηκε με αυτό που έγινε.
-Όμως έγινε σίγουρα κάποιοι χάρηκαν, της απάντησε βλέποντας ότι στη ξεπλυμένη με χλωρίνη μπλούζα της έγραφε Cruel Summer.
Ήπιε μια γουλιά από το πορτό της και τον κοίταξε στα μάτια.
- Γνωριστήκαμε  στο πανεπιστήμιο, αυτός στο Πολυτεχνείο εμείς στην Καλών Τεχνών. Είχε κάτι το καλλιτεχνικό μέσα του, μπορούσε και σε μια πεταμένη πέτρα στην άκρη του δρόμου να δει τη δημιουργία. Και κάτι το δωρικό συνάμα, πάντοτε ήξερε που πρέπει να σταματήσει.
- Ήταν λίγο μεγαλύτερος μας, είχε χάσει μια τάξη στο σχολείο γιατί όταν εξετάστηκε στην ιστορία, παρέθεσε διαφορετική εκδοχή των γεγονότων της Σμύρνης από την επίσημη του τουρκικού κράτους. Ήταν φάρος για όλους μας, μπήκε στην κουβέντα ο Ορχάν.
Οι τιράντες του τζιν του, είχαν το ίδιο χρώμα με  τα ρεβέρ του, του λυκαυγούς.
- Μας έμαθε να συνθέτουμε και να δεχόμαστε τον άλλον ως τέτοιο. Ήταν μεγάλη κατάκτηση για μας, σε μια εποχή που ψάχναμε την ταυτότητα μας.
-Συμμετείχε στις ταραχές;
-Ναι, αλλά όχι τόσο ενεργά.
- Αυτός ήταν ο τύπος του, συμπλήρωσε η Ντενίζ. Να κοιτάζει μέσα σε όλα από έξω.
-Ναι, οκ έτσι ήταν. Ερχόταν για λίγο, να νοιώσει ατμόσφαιρα, όπως έλεγε.  Όταν αντιλαμβανόταν το παροδικό τέλος αυτής της όσμωσης αποχωρούσε. Έτσι στήριζε το κίνημα. Πέρα από την συμμετοχή τους στις πορείες ανέβαζε στο internet μια σειρά από τεκμήρια που πιστοποιούσαν την σημασία διατήρησης του πάρκου Gezi.
- Η συμμετοχή σε κάθε κίνημα αντίστασης μπορεί να πληρωθεί με μυστικές διώξεις. Κινδύνευε ο Αργύρης;
 Είδε δυο ζευγάρια μάτια να κοιτάζονται.
- Δύσκολα απάντησε ο Ορχάν. Έχουν άλλοι σειρά, πολύ πιο επικίνδυνοι σύμφωνα με τη θεωρία τους.
- Η οποία υποστηρίζει;
- Η οποία υποστηρίζει ότι όποιος διαφωνεί κινδυνεύει να βρεθεί χωρίς χέρια, οργανικά ή σημειολογικά.
 - Μου λες ότι τα χέρια του δεν έφταναν τόσο μακριά;
- Κάπως έτσι, απάντησε αποφεύγοντας να τον κοιτάξει.
- Και τώρα πως είναι η κατάσταση;
-Η ηρεμία του αφρού, αποκρίθηκε ο ζωγράφος.  Τα μέσα σπεκουλάρουν ότι ο σουλτάνος νίκησε και είναι έτοιμος να προχωρήσει τις μεταρρυθμίσεις. Οι νοικοκυραίοι συμφωνούν προσδοκώντας νέες βελτιώσεις στο επίπεδο ζωής τους. Όμως το καζάνι εξακολουθεί να βράζει.
            Αποσύρθηκε για λίγο. Καθώς έπλενε τα χέρια του συνειδητοποίησε ότι ο ραγισμένος καθρέπτης αιωρούταν. Το γραμμένο με αραβική στοίχιση σύνθημα στο ταβάνι, διαβαζόταν αν τον τραβούσες προς τα δεξιά. Kemal Masturbator Oldu. Καθώς έβγαινε ένας μικρόσωμος άσχημος τύπος έπεσε πάνω του. Πριν προλάβει να αποτυπώσει το πρόσωπο  του είχε ήδη εξαφανιστεί. Στην παρέα είχε προστεθεί και ο Χασάν, ακτιβιστής όπως του συστήθηκε.
- Η Χρυσάνθη μου ανέφερε ότι δεν τα πήγαινε καλά με την ελληνική μειονότητα.
- Ναι, αν και είχε κάποιες επαφές, ξέφυγε της Ντενίζ και έπειτα κοίταξε ενοχικά τους άλλους δύο.
- Τι είδους επαφές, τους πρόλαβε ο Ριβέρης.
Πήρε να ανάψει την πίπα του, για να τους αφήσει να το σκεφτούν.
- Είναι πάγια μου αρχή να μην κελαηδάω στην αστυνομία, είπε για δεύτερη φορά μέσα στην ίδια μέρα.
- Έχεις τρόπο να μας βγάλεις από τη χώρα;
Η ερώτηση εκπυρσοκρότησε στα αυτιά του σαν άσφαιρο όπλο.
- Δεσμεύομαι απέναντι στη Χρυσάνθη να βρω τι έγινε. Αν δεν το πετύχω θα πάρω μόνο τα έξοδα μου συν την ελάχιστη αμοιβή, αποτέλεσμα όχι και τόσο καλό και για μένα και για την εταιρία που εργάζομαι. Μέρος της συμφωνίας είναι να απαιτήσω από τον πελάτη να αναλάβει πρόσθετες δαπάνες για να λυθεί η υπόθεση. Με δυο λόγια εξαρτάται από την ίδια. Αν είστε μέρος της αλήθειας, δεν παύει να είναι καθήκον μου να σας προστατεύσω.
- Είναι μετέωρο αυτό που λες, του είπε ο Ορχάν.
- Πάρε ως εγγύηση πως ότι πούμε αρχικά θα μείνει εδώ.
- Παιδιά, μην το κουράζουμε ή μιλάμε ή όχι, παρενέβη η Ντενίζ. Από την αρχή είπαμε ότι θα το πάμε μέχρι το τέλος.
 Ο Ορχάν ξεκίνησε να μιλάει αφού πήρε την συγκατάθεση από τα βλέμματα των άλλων δύο.
- Ήταν να γίνει μια έκθεση στο πάρκο Gezi με θέμα τη μυστική ελληνοτουρκική ιστορία. Φυσικά λίγοι άνθρωποι γνωρίζαμε. Εννοώ και στις δυο χώρες. Δική μας αποστολή ως καλλιτέχνες ήταν να συγκεντρώσουμε το υλικό εντός της Τουρκίας. Ανάλογη ήταν η αποστολή των συντρόφων στην Ελλάδα. Όπως  η δική μας δουλεία ήταν δυσκολότερη, όπως καταλαβαίνεις. Η πρώτη φουρνιά έφτασε λίγες μέρες πριν το κακό.
Καταλάβαινε και πολύ καλά μάλιστα.
- Τι είδους αρχεία θα είχε η έκθεση;
- Τεκμήρια που φανέρωναν τις σχέσεις των δύο λαών κατά τη διάρκεια του Βυζαντίου και της Τουρκοκρατίας.  Φωτογραφίες από τις ζωές των underdogs στις δύο χώρες. Κοινές συνταγές, παρόμοιες συνήθειες, διαφορετικές καταβολές που φαίνονται στα ρούχα, στα κτίρια, στα έργα τέχνης. Και τέλος ένα ντοκιμαντέρ με στιγμές από αντιμνημονιακές πορείες  στην Ελλάδα και τις συγκεντρώσεις στην πλατεία Ταξίμ εδώ.
- Ποιον σκοπό θα εξυπηρετούσε η έκθεση;
- Θέλαμε να δείξουμε ότι η Τουρκία αλληλεπιδρά ως μέρος με το όλον.
- Πως μπήκαν  τα αρχεία από την Ελλάδα;
Η σιωπή που επικράτησε για λίγα δεύτερα επέτρεψε τη μελωδία του Mala Vida όπως την ένοιωσαν οι Nouvelle Vague να διαχυθεί στην ατμόσφαιρα.
- Με τουριστικά λεωφορεία που έρχονται από τη Βόρειο Ελλάδα. Συνήθως φτάνουν Πέμπτη απόγευμα, αποκρίθηκε η Ντενίζ.
- Γνωρίζετε τον σύνδεσμο του;
- Δυστυχώς όχι, επανήλθε στην κουβέντα ο Χασάν.
- Δεν έχεις να χάσεις τίποτα αν ρωτήσεις την Ιρέν. Η δεύτερη της δουλειά είναι ξεναγήσεις σε Έλληνες που αποφεύγουν άλλους Έλληνες κατά τη διάρκεια επίσκεψης τους στην Πόλη.
Το μπαρ έκλεισε λίγο μετά τις τρεισήμισι. Η Ντενίζ προθυμοποιήθηκε να την ενημερώσει σε μια κοινή τους επίσκεψη στις τουαλέτες. Το ραντεβού ήταν στον πρόναο των Αγίων Ταξιαρχών, τη χαραυγή για να αποφύγουν τους τοίχους που έχουν τα αυτιά σε αυτή την πόλη, ήταν η απάντηση της.

Ο όρθρος είχε ήδη ξεκινήσει όταν έφτασε στην εκκλησία. Ξημέρωνε μια γιορτή και παρέες ορθοδόξων συνέρεαν στη λειτουργία. Κατάφερε να αναγνωρίσει την Ιρέν από τις τούφες των κόκκινων μαλλιών της που εξείχαν από την κουκούλα της. Από ότι φαινόταν είχε προλάβει να αλλάξει και να λουστεί. Μια μακριά μπέρτα τύλιγε το μακρόστενο κορμί της.
Καθόταν σε ένα στασίδι του πρόναου και κρατούσε ένα βιβλιαράκι παρακολουθώντας τη λειτουργία διαβάζοντας. Πήγε κάθισε δίπλα της, αφού άναψε ένα κερί.
- Μάλλον ήταν το τελευταίο μέρος, που περίμενες να συχνάζω.
Σήκωσε τους ώμους του. Είχε δει αρκετά στη δουλειά του, για να παραξενεύεται εύκολα.
- Όταν ήμουν στην τελευταία τάξη του Λυκείου στη Γαλλία, οι γονείς μου  χάθηκαν από καρκίνο μέσα σε τρεις μήνες. Κατάλαβα ότι μόνο αν πίστευα στο Θεό θα άντεχα.
- Όταν ήμουν τριών ετών, οι γονείς μου σκοτώθηκαν ταυτόχρονα σε τροχαίο. Ήμουν μέσα στο αυτοκίνητο. Μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα ότι δεν μπορεί να υπάρχει Θεός σε έναν κόσμο που γίνονται τέτοια πράγματα, της απάντησε.
Έβαλε το βιβλίο στην τσάντα της και τον κοίταξε.
- Συμφοιτητές ήσασταν με τον Αργύρη;
- Ναι, αλλά στο master. Το πρώτο μου πτυχίο το πήρα στο Berkley.
- Και εδώ πως βρέθηκες;
- Ήρθα εκδρομή όταν ήμουν στο τελευταίο έτος και δεν ήθελα να φύγω. Ένοιωσα  την αύρα της Κωνσταντινούπολης να μπαίνει στα σωθικά μου σαν μαγικό πνεύμα. Βάλε και ότι η μάνα μου ήταν Ελληνίδα, με καταγωγή από τα παράλια. Ε, δεν θέλει και πολύ.
- Έχεις άκρες στην Ελλάδα που  διευκόλυναν την συλλογή των τεκμηρίων;
- Ναι. Συχνά  πηγαίνω να δω τους παππούδες μου στον Πειραιά. Ο πρώην μου-εντάξει δεν είναι ακριβώς πρώην καθώς είμαστε σε μια φάση ενωμένοι χωρισμένοι, είναι στην Αντιρατσιστική Επιτροπή.
- Εσύ και ο Αργύρης είχατε επαφή με τον άνθρωπο που έφερνε το υλικό;
- Ναι.
Τον κοίταξε για λίγο στα μάτια. Το γκρίζο βλέμμα της είχε τη θλίψη της εποχής, τη ματιά του φθινοπώρου.
- Είναι ένας συνταξιούχος γυμνασιάρχης, που κάνει μαύρα μεροκάματα ως συνοδός και ξεναγός ελληνικών γκρουπ στην Πόλη. Μας έλεγε ότι κάνει αυτή τη δουλειά για να καλύψει τις περικοπές από την σύνταξη. Δεν γνώριζε τι είχαν μέσα τα δέματα. Απλώς φρόντιζε με το αζημίωτο, να κρύβονται καλά μέσα στο λεωφορείο που τους έφερνε από την Ελλάδα.
- Χωρίς άδεια ξεναγού πως κινούταν εδώ; Έδινε μπαξτσίς;
- Ναι, είναι δικτυωμένος. Αλλά μη νομίζεις, και τα τουριστικά πρακτορεία δεν κάθονται με σταυρωμένα χέρια. Ακόμη και γω κάνω ερασιτεχνικές ξεναγήσεις.
-Ξέρεις σε πόσες μέρες θα είναι εδώ;
-Ναι.

Το σαββατιάτικο τραπέζι στο σπίτι της κυράς Χρυσάνθης ήταν γεμάτο. Το μαντί με κιμά άχνιζε στη μεγάλη πιατέλα. Για πρώτο πιάτο υπήρχε χορτόσουπα ενώ η πολίτικη σαλάτα γαρνιρισμένη με τουρσί αγγουράκια και πιπεράκια, η κατσικίσια φέτα στη ρίγανη και στο λάδι, οι κολοκυθοκεφτέδες, το τζατζίκι, οι γεμιστές ελιές και τα φουρνιστά φασόλια, κάλυπταν το οβάλ τραπέζι. Λίγες στάλες είχαν πέσει από το μπρούσκο κρασί πάνω στο λευκό τραπεζομάντιλο. Η εγγονή Χρυσάνθη καθόταν ανάμεσα στη μάνα της, την κυρία Ιουλία, και στον φίλο της. Λεγόταν Ηρακλής Νικολαϊδης συνάδελφος της στο λύκειο, που ήρθε με απόσπαση από την Ελλάδα, και από ότι φαινόταν ο έρωτας θα τον κρατούσε στην Πόλη.  Η γιαγιά Χρυσάνθη, ο Ριβέρης, ο Γιώργος Σαχπαζής και η σύζυγος του Σοφία, συμπλήρωναν την ομήγυρη.
 - Αιωνία του η μνήμη, ακούστηκε η γιαγιά να σηκώνει το ποτήρι της δακρύζοντας.
- Αιωνία του η μνήμη, απάντησαν οι συνδαιτυμόνες.
- Να ζήσουμε να τον θυμόμαστε, συμπλήρωσε η μητέρα του Αργύρη.
Έφαγαν, σχολιάζοντας την πόλη που άλλαζε, τους νέους ανθρώπους από τη Δύση που κέρδιζε η γητειά της και ρίζωναν, την ελληνική κοινότητα που ολοένα συρρικνωνόταν, τις πρόσφατες πολιτικές που γύριζαν το ρολόι του ιστορικού χρόνου προς τα πίσω. Ο Ριβέρης σεβάστηκε ακόμη περισσότερο τους ανθρώπους που είχε γύρω του, καθώς διαχειριζόταν τη θλίψη τους με μεγάλη αξιοπρέπεια.
- Rüzgar eken fırtına biçer, είπε η γιαγιά Χρυσάνθη.
-Τις προάλλες στεκόμουν στο παράθυρο και παρατηρούσα την κίνηση στο πεζόδρομο από κάτω. Ήταν ένα αγόρι γύρω στα δέκα που έπαιζε πεσσούς μόνο του δίπλα από την κρήνη. Ήταν η ώρα που έκλεινε η αγορά και ο κόσμος ήταν φουριόζος. Ένας άντρας λίγο μετά τα πενήντα πολυάσχολος και ευκατάστατος, πέρασε φουριόζος μπροστά από το παιδί. Το πορτοφόλι του έπεσε στην ποδιά του μικρού, δίχως ο άντρας να το καταλάβει. Το παιδί περίμενε και αφού βεβαιώθηκε ότι δεν τον κοιτάζει κανείς το άρπαξε και το έβαλε στην τσάντα του. Μπορώ να πω ότι ενοχλήθηκα, και συνάμα όμως ήμουν περίεργη να δω τι θα κάνει ο μικρός. Κατέβηκα άρον άρον από το διαμέρισμα και όντας τυχερή τον πρόλαβα και τον παρακολούθησα. Αφού πήρε το λεωφορείο της γραμμής έφτασε με τα πόδια στο Φανάρι, όπου μένει η οικογένεια του σε ένα από τα χαμόσπιτα κοντά στη Μεγάλη του Γένους Σχόλη. Βλέποντας την κατάσταση τους, κατάλαβα πολλά περισσότερα από την αρχική εικόνα που είχα σχηματίσει.
Η Σοφία Σαχπαζή προσπάθησε να αλλάξει κατεύθυνση στην συζήτηση.
- Η θέση του παρατηρούμενου εξαρτάται από τη θέση του παρατηρητή, συμπλήρωσε ο σύζυγος της.
- Αυτό ως φυσικός δεν μπορώ παρά να το επιβεβαιώσω, χαμογέλασε ο Ηρακλής.
- Το ζήτημα είναι τα χρήματα να έπιασαν τόπο, είπε η κυρία Ιουλία ξεκινώντας να μαζεύει τα πιάτα, για να αδειάσει ο χώρος για το γλυκό. Η εγγονή Χρυσάνθη έφερε την καρυδόπιτα με σαντιγί και το κονιάκ.
- Μια από τις πρώτες μου υποθέσεις στη Ρώμη, ήταν η αναζήτηση ενός πορτοφολιού που είχε χαθεί μέσα σε έναν οίκο ευγηρίας ευκατάστατων συνταξιούχων, μπήκε ο Ριβέρης στην κουβέντα. Εκτός από χρήματα στο πορτοφόλι της κυρίας Μπιάνκα υπήρχε και μια φωτογραφία από έναν μυστικό έρωτα, όταν ήταν πολύ νέα.  Ιδιαίτερα κουραστική έρευνα, καθώς οι παππούδες και οι γιαγιάδες  απαντούσαν με το ζόρι στις ερωτήσεις. Αρχικά, οι υποψίες όλων είχαν στραφεί στην αποκλειστική νοσοκόμα της γιαγιάς. Μια νέα γυναίκα από το Μαρόκο με πλαστά χαρτιά, ανύπαντρη μητέρα δύο αγοριών. Η βολικότερη ένοχος που δεν θα έπληττε ιδιαίτερα τη φήμη του γηροκομείου. Από τα συμφραζόμενα της διευθύντριας καταλάβαινα, ότι ήταν η πλέον συμφέρουσα λύση. Μετά από επίμονη έρευνα βρήκαμε ότι ο εικονιζόμενος στην περιβόητη φωτογραφία δεν ήταν άλλος από κύριο Τζουζέπε, τον ένοικο του απέναντι δωματίου. Είχε παρατήσει την κυρία Μπιάνκα για χάρη της γυναίκας που παντρεύτηκε. Μια γυναίκα πολύ πλουσιότερη και πολύ πιο άσχημη. Μέχρι να της κλέψει το πορτοφόλι, κάθε βράδυ λάμβανε σημειώματα από τη Μπιάνκα, η οποία τον απειλούσε ότι θα δείξει στην ομήγυρη των γερόντων, τη φωτογραφία για να μάθουν πόσο πουλημένος ήταν. Μέχρι που ένα απόγευμα την ώρα του επισκεπτηρίου, παραβίασε το δωμάτιο  της και πήρε το πορτοφόλι. Αν έπαιρνε μόνο τη φωτογραφία το πράγμα θα φώναζε  από μόνο του. Αν είχα παρατηρήσει την υπόθεση από τη θέση της διευθύντριας θα ήμουν υπεύθυνος για την απέλαση μιας αθώας γυναίκας, και την καταρράκωση του μέλλοντος των παιδιών της. Μπήκα στη θέση της γερόντισσας προσπαθώντας να κατανοήσω τα αίτια της οργής της. Όταν την ρώτησα αν απεχθάνεται κάποιους από τους συγκατοίκους της, τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
- Διδακτική ιστορία, τόνισε η Σοφία Σαχπαζή.
- Η δική μας υπόθεση πως πάει; ρώτησε η κυρία Ιουλία;
Εξήγησε την πορεία των ερευνών, δίνοντας έμφαση στα όσα έμαθε από τους φίλους του νεκρού. Ανέφερε και την αγωνία τους,  σχετικά με τη δυνατότητα διαφυγής στην Ελλάδα.
- Αν είναι αλήθεια τα όσα λένε, τότε θα φύγουν με το λεωφορείο που έφερνε τα λαθραία, ήταν τα λόγια της γιαγιάς Χρυσάνθης.

Περπάτησε στα σοκάκια πίσω από την Αγία Σοφία, παρατηρώντας τα καλλίγραμμα σπίτια δωρικού ρυθμού. Ορισμένα κατοικούταν, άλλα ανήκαν στο Υπουργείο Πολιτισμού. Στην είσοδο ενός ροζ δίπατου έγραφε ότι η Σοφία της Ισπανίας φιλοξενήθηκε στο εσωτερικό του στη διάρκεια της πρόσφατης επίσκεψης της στην Πόλη. Του ήρθε να κατουρήσει στην πόρτα του σπιτιού, αλλά κρατήθηκε.
             Τα μέλη του ελληνικού γκρουπ δεν ξεπερνούσαν τα πενήντα. Είχαν συγκεντρωθεί έξω από την πύλη που οδηγούσε στο Τοπ Καπί, στο Αρχαιολογικό Μουσείο, στην Αγία Ειρήνη και στους ανοικτούς κήπους. Τα βαριεστημένα βλέμματα των δύο φρουρών στην είσοδο μετρούσαν τον χρόνο αντίστροφα μέχρι τη λήξη της σκοπιάς τους.
            Εντόπισε εύκολα τον αρχηγό της αποστολής, ο οποίος κάπνιζε βηματίζοντας κυκλικά σε μικρή απόσταση από τους υπόλοιπους. Μια γκρίζα μορφή, λίγο πάνω λίγο κάτω από τα εξήντα. Φθαρμένα αθλητικά adidas που κάποιος γιος ή ανεψιός βαρέθηκε, αντιανεμικό αγορασμένο στις εκπτώσεις του Zara, γκρίζο τζιν λίγο μακρύ λόγω του αναπτυγμένου στομαχιού. Ένα καρό πουκάμισο τύλιγε ένα βραχύσωμο στέρνο που είχε μάθει να καταπίνει εύκολα ότι έπρεπε. Συνταξιούχος επαρχιώτης γυμνασιάρχης με τα όλα του, σχημάτισε την εικόνα.
            Η εκκλησία ήταν κλειστή για επισκευή, η ομάδα κατευθύνθηκε προς το Top Kapi. Αγόρασε εισιτήριο και μπήκε γύρω στα δέκα λεπτά αργότερα από το γκρουπ στο οθωμανικό παλάτι. Περιηγήθηκε μόνος του στις αίθουσες με τους χιτώνες και τα κοσμήματα των σουλτάνων, θαύμασε το διαμάντι που υποστήριξε ολόκληρη ταινία, γέλασε μέσα του διαβάζοντας ότι ένα επιβλητικό σπαθί χαραγμένο με βυζαντινούς χαρακτήρες λαφυραγωγήθηκε στα προάστια της Βιέννης.  
            Είχαν ήδη ολοκληρώσει την επίσκεψη και έπιναν τον καφέ τους, σε ένα αίθριο με ωραία θέα στο Βόσπορο και στα Πριγκηπόνησα. Η μέρα έδειχνε καθαρή σαν σπηλιά που βγάζει στο ξέφωτο του χαμένου χρόνου . Πλησίασε διακριτικά τον αρχηγό και ζήτησε να του  μιλήσει ιδιαιτέρως. Όταν είχε τελειώσει το  πρόσωπο του είχε γίνει λεμονί από τον φόβο.
- Όχι εδώ, κατάφερε να ψελλίσει.
- Σε λίγο, του απάντησε. Θα σε περιμένω, σε ότι έχει απομείνει από τον Ιππόδρομο.

            Ο Στάθης Αβραμίδης είχε φτάσει νωρίτερα στο ραντεβού του. Αθέατος από τη γωνία που επέλεξε να περιμένει, ο Ριβέρης κατόπτευσε τον χώρο για πιθανούς κρυφούς συντρόφους του ψευτόξεναγού. Ερημιά. Μόνο μερικά ζευγάρια βόλταραν πιασμένα από το χέρι κάτω από έναν μολυβένιο ουρανό. Άναψε την  πίπα του και προσέγγισε τον καθηγητή της φυσικής, ζητώντας του με ένα νεύμα να περπατήσουν προς τη θάλασσα. 
- Στην αρχή ο κόσμος ζητούσε να τον φέρουμε στον Ιππόδρομο. Πλέον έχουν μείνει λίγοι που το θέλουνε, αλλά δεν τους δίνουμε σημασία.
- Πόσο καιρό είσαι στη δουλειά;
- Από τότε που βγήκα στην σύνταξη. Ήταν φθινόπωρο του ’10 και οι πρώτες περικοπές στις συντάξεις ήταν γεγονός. Ο ένας μου γιος είναι άνεργος, ο άλλος παντρεμένος με παιδί. Ωρομίσθιος που κάνει και κανένα ιδιαίτερο, όταν μπορούν οι γονείς των παιδιών να πληρώσουν. Η γυναίκα μου έχει  σύνταξη δασκάλας και τους βοηθάμε όσο μπορούμε.
- Υποθέτω, ότι είσαι φθηνότερος για το τουριστικό γραφείο από ότι ένας ξεναγός με δίπλωμα.
Η σιωπή του Αβραμίδη επιβεβαίωνε την άποψη του.
- Πως  μπλέξατε σε αυτή την ιστορία;
Έβγαλε το  μαντήλι του από το αδιάβροχο και σκουπίστηκε. Σε λίγο θα ξεκινούσε μεγάλη μπόρα. Βαριά και ασύμμετρα κινούταν τα σύννεφα πάνω από το Βόσπορο, λες και ήθελαν να καταπιούν την πόλη.
- Αυτό που ξέρω να σου πω, είναι ότι πριν από ένα ταξίδι τον περασμένο Μάιο με πήρε παράμερα ο ιδιοκτήτης του τουριστικού γραφείου, και με πληροφόρησε ότι το πούλμαν  έχει κάτι πολύ σημαντικό πάνω του. Με τίποτα δεν πρέπει να το βρουν στα Ίψαλα, οι δικοί μας είναι μιλημένοι, μου είπε σφίγγοντας μου το μπράτσο.
- Και που μπήκε το  υλικό;
- Κάτω από τις θέσεις του οδηγού και του συνοδηγού. Και στον κενό χώρο κάτω από το καντράν. Όλο και όλο δυο φορές περάσαμε το πράμα, μετά έγινε το φονικό.
- Με τον Αργύρη Τσαβδάρογλου είχες συναντηθεί;
- Με την Ιρέν είχα μιλήσει στο ξενοδοχείο, με το πρόσχημα της ξενάγησης μιας παρέας πιτσιρικάδων, παιδιών πελατών, που ήθελαν μια διαφορετική βόλτα στην Πόλη. Τις δυο νύχτες που παραδώσαμε αργά σε μια αποθήκη απέναντι  από το στάδιο Ινονού ήταν εκεί.
-Μόνος του;
- Με την Ιρέν.
- Τους περίμενε κάνεις;
- Ένας μορφονιός με ένα γυαλιστερό A3, μάλλον αίσθημα της μικρής και Τούρκος.
Οι χοντρές ψιχάλες που ξεκίνησαν να πέφτουν υπενθύμισαν στον Ριβέρη, ότι οι περισσότεροι έχουν κάτι να κρύψουν.
-Στην οροφή το Audi είχε κάτι σε σκακιέρα;
- Ναι, μου είχε κάνει εντύπωση γιατί ρωτάς;
- Και η δουλειά πως χάλασε; απάντησε με νέα ερώτηση.
- Την επόμενη φορά, αφού μπήκαμε και περάσαμε τα Ίψαλα, μας σταμάτησε ένα συμβατικό αυτοκίνητο της Ασφάλειας. Στο πι και φι μας είπαν ότι πετάμε το εμπόρευμα στην πρώτη στάση και τους δίνουμε ονόματα. Αλλιώς μας γυρίζουν όπως είμαστε Ελλάδα.
- Ένταλμα είχαν;
-Δεν το ρωτήσαμε.
- Και τι κάνατε;
- Δώσαμε την Ιρέν και τον Τσαβδάρογλου.
Η οργή που πλημμύρισε το αίμα του δεν θα σταματούσε όσο και αν τον χτυπούσε. Αρκέστηκε στο να περπατήσει με γοργά βήματα για λίγο μόνος του. Όταν επέστρεψε, ο Αβραμίδης ήταν τυλιγμένος στο αδιάβροχο του καθώς η βροχή είχε ξεκινήσει για τα καλά.
- Τι άλλο σας είπαν;
-Ότι είχαν πληροφορίες από τις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες για το αλισβερίσι των δύο πλευρών.
- Και τους πιστέψατε;
- Αν τους πιστέψαμε ρωτάει, ύψωσε τον τόνο της φωνής του. Τι ήθελες να κάνουμε; Να γυρίσουμε πίσω; Και να έχουμε πρόβλημα; Το μόνο που μου λείπει είναι να μου κόψουνε την σύνταξη.
- Ηλίθιοι!! φώναξε ο Ριβέρης. Τι επαφές να είχαν με την Ελλάδα.; Αυτοί που είναι πίσω από τη δουλειά στην Ελλάδα, αν αποφεύγουν κάποιους αυτοί είναι οι λύτες. Στο Audi ήταν ο γκόμενος του Τσαβδάρογλου, που κατά πάσα πιθανότητα είναι μπλεγμένος.
Ήταν η σειρά του Αβραμίδη να περπατήσει για λίγο μόνος. Άνοιξε ένα κουτάκι και κατάπιε ένα χάπι.
- Την Ιρέν γιατί δεν την πείραξαν; του φώναξε από μακριά.
- Γιατί έχει γαλλικό διαβατήριο και θα γινόταν χαμός από το Γαλλικό Προξενείο.  
- Να πεις στα αφεντικά σου, ότι την επόμενη φορά στην επιστροφή θα πάρετε τρία άτομα από εδώ. Κοίτα να βρεις που θα τους βάλετε γιατί δεν πρέπει να φανούν.

Η κίνηση  έξω από το δημαρχείο της πόλης ήταν πυκνή. Σε ένα τέταρτο σχολούσε ο Μουράτ από τη δουλεία του. Βαριόταν να περιμένει και περιφέρθηκε για λίγο στην περιοχή του Laleli, εκεί όπου βρήκε τον θάνατο ο Τσαβδάρογλου. Από μια κακόφημη γειτονιά του ευρύτερου κέντρου, εξελισσόταν σε αναπτυσσόμενη τουριστική περιοχή. Πλέον υπήρχαν μέχρι και ethnic εστιατόρια, ενώ τα μπαράκια ξεφύτρωναν το ένα δίπλα στο άλλο. Οι πλέον ευνοημένοι της υπόθεσης ήταν όσοι δοκίμασαν τις τύχες τους ως ξενοδόχοι. Οι εγκαταλελειμμένες αποθήκες είχαν γίνει ξενοδοχεία low cost, έτοιμα δεχθούν τουρίστες από τη δύση και την ανατολή.  Όμως τα κακόφημα σοκάκια εξακολουθούσαν να φωσφορίζουν σαν φάροι που άνοιγαν τον δρόμο για μυστικές διαδρομές.
            Πρόλαβε τον Μουράτ λίγο πριν ανοίξει την πόρτα του Audi. Έμεινε ακίνητος να τον κοιτάζει. Μετά από λίγο του έγνεψε να μπει μέσα. Οδήγησε μέχρι το σπίτι του, σε φρακαρισμένους δρόμους που έκαναν την σιωπή τους αφόρητη. Αφού πάρκαρε, ρώτησε τον Ριβέρη αν πρόλαβε να κάνει κρουαζιέρα στο Βόσπορο. Απάντησε αρνητικά, συνειδητοποιώντας πόσο πιο απλά θα ήταν ορισμένα πράγματα στη ζωή του αν αποστρεφόταν τον κίνδυνο.

Το τουριστικό πλοιάριο που του θύμισε τα καραβάκια που έκανε βόλτα ως φοιτητής στον Θερμαϊκό , ήταν γεμάτο από Έλληνες τουρίστες.  Ήταν το γκρουπ στο οποίο ανήκε η κυρία που δεν αγόρασε το σκάκι και ο κύριος της. Όλοι τους ήταν ενθουσιασμένοι που θα διήγαγαν τον πλου μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
            Κάθισαν σε ένα απομονωμένο τραπέζι, αλλά μόλις έφτασε η παραγγελία- μπύρες και για τους δυο, βγήκαν στο κατάστρωμα.
-Λοιπόν, τι κάνει έναν άντρα να προδώσει έτσι απλά τον εραστή του;
Ο Μουράτ έμεινε ασάλευτος να κοιτάζει την πόλη, που κυμάτιζε επιβλητικά στα κουρασμένα βλέμματα τους.
- Όλο και όλο έγιναν όπως θα ξέρεις δύο παραλαβές, εισήγαγε τον ενικό.
 -Και στις δύο ήθελε να είμαι μαζί του, για ασφάλεια, για σιγουριά, για ζεστασιά πες το όπως θες. Το πλάνο ήταν να πάρουμε το αμάξι της Ιρέν, αλλά την είχαν πιάσει να οδηγεί μεθυσμένη, και της πήραν το δίπλωμα. Είχαμε το δικό μου, που κτυπάει στο μάτι από μακριά.
- Συμφωνούσες με αυτό που γινόταν;
-Προφανώς και όχι. Ήξερα όμως ότι έπρεπε να ήμουν μαζί του.
- Ενώ δεν ήθελες;
- Ενώ δεν ήθελα.
Χωρίς να αντιληφθούν την έλευση τους, ο σύζυγος της κυρίας που δεν αγόρασε το σκάκι και ένας φίλος του, ακουμπούσαν στην κουπαστή δίπλα τους. Κοιτούσαν μαγεμένοι τα νεοκλασικά κτίρια, στα παράλια της Πόλης καθώς ήδη έμπαιναν στο στενό.
- Όλα αυτά δικά μας έπρεπε να είναι, είπε ο σύζυγος.
- Αχ, μας πούλησαν οι σύμμαχοι, συμπλήρωσε ο φίλος του.
Ο άνθρωπος άναψε τσιγάρο, πρόσφερε στον Ριβέρη αλλά αυτός αρνήθηκε.
- Τη δεύτερη φορά λίγο πριν τελειώσει η δουλειά, μας είδε ο γαμπρός μου. Το χειρότερο είναι ότι μας έβλεπε χωρίς να τον αντιληφθούμε, με αποτέλεσμα την επόμενη μέρα να μου κουβαληθεί στο σπίτι. Είχε πάρει τις πινακίδες του λεωφορείου, είχε δει τα πάντα και ήταν έτοιμος να μεταβεί στην ασφάλεια. Με απείλησε ότι θα έφταναν στα αυτιά του δημάρχου τα πάντα, και πως θα έκανα να δω τα ανίψια μου χρόνια ολόκληρα αν δεν του εξηγούσα τι συμβαίνει. Νόμιζε ότι ήταν λαθρεμπόριο ναρκωτικών ο μαλάκας.
- Και του είπες;
- Στην αρχή αρνήθηκα τα πάντα. Μου είπε πως αν δεν του έλεγα, την επομένη θα έστελνε την ασφάλεια στον δήμο. Με τα πολλά του είπα, καθώς φοβήθηκα. Το ίδιο βράδυ μίλησα του Αργύρη. Αντέδρασε πολύ άσχημα. Πρώτη φορά είχα δει την οργή στα μάτια του. Ήταν έτοιμος να με χτυπήσει. Χίλιες φορές να το έκανε, παρά να φτάναμε ως εδώ.
Δάκρυα ξεκίνησαν να κυλάνε στα μάτια του. Σε μερικές δεκάδες μέτρα το καράβι θα περνούσε κάτω από τη γέφυρα του Βοσπόρου. Οι δύο φίλοι εξακολουθούσαν να βρίσκονται δίπλα τους.
-Μεγαλεία είδες οι Τούρκοι, είπε ο φίλος του συζύγου χαζεύοντας την κατασκευή.
- Μέχρι και αυτοί μας πέρασαν, απάντησε ο σύζυγος, βλέποντας την κυρία του να πλησιάζει  αγκαζέ με την σύζυγο του φίλου του.
Από το κινητό της κόρης τους, που αγνάντευε τη θάλασσα μακριά από τους γονείς της, ακουγόταν δυνατά το Magnificent Seven των Clash.
- Τελικά τι έγινε;
- Αφού ηρέμησε, τόνισε ότι έπρεπε να του κλείσουμε το στόμα του με κάποιο τρόπο.
- Είχατε τον τρόπο;
-Πίστευε ότι είχε.
Ο Ριβέρης έπαψε να στηρίζεται με τους αγκώνες του στα κάγκελα, και γύρισε με την πλάτη κοιτάζοντας  τον από τα πλάγια.
- Τον περίμενε ο ίδιος ένα απόγευμα κάτω από το σπίτι του. Τον στρίμωξε σε μια γωνία, και τον ρώτησε πως θα του φαινόταν αν η γυναίκα και τα παιδιά του μάθαιναν ότι ο πατέρας τους είναι τακτικός θαμώνας μιας παράνομης χαρτοπαικτικής λέσχης. Ο κουνιάδος μου τον έφτυσε και έτρεξε προς το σπίτι του. Το επόμενο βράδυ δολοφονήθηκε.
Έβαλε τα γυαλιά για τον ήλιο για να κρύψει τα δάκρυα του που κυλούσαν ασταμάτητα.
- Τι δουλειά κάνει ο γαμπρός σου;
- Είναι δάσκαλος σε δημοτικό σχολείο.
- Η λέσχη είναι στο Λαλελί;
- Ναι.
- Ο κουνιάδος σου εξακολουθεί να συχνάζει εκεί;
- Δεν είναι άνθρωπος που αλλάζει εύκολα συνήθειες.
- Το βράδυ θα πάμε από εκεί, αποφάσισε ο Ριβέρης και πήρε να κοιτάζει τη θέα.
Σε λίγα λεπτά θα έπαιρναν τον ρου της επιστροφής. Το καράβι χόρευε στη μελωδία των κυμάτων που στριφογύριζαν στο κανάλι παίρνοντας τα πορτοκαλιά χρώματα της δύσης. Τα φτερά της πόλης τους κύκλωναν, έτοιμα να απλωθούν και να αγκαλιάσουν τις πολύφερνες πτυχές της νύχτας. Η κυρία και ο κύριος έβγαιναν φωτογραφίες χαριεντιζόμενοι με φόντο την ατελείωτη Πόλη, ενώ στην τελευταία στάση η κυρία τόνισε ότι με αυτό το ταξίδι ένοιωσε βασίλισσα.

Στο βολάν του ταξί που ήταν παρκαρισμένο με τα αλάρμ αναμμένα στη Μέση Οδό, ήταν ο Χασάν ο ακτιβιστής Το ταξί ήταν του θείου του που δέχθηκε την παραχώρηση με την  προϋπόθεση ότι θα βγάλει περισσότερα από τη νυχτερινή βάρδια. Τα χέρια του είχαν ιδρώσει από το έντονο σφίξιμο του τιμονιού. Ο Ριβέρης του θύμισε ότι με την αναπάντητη κλήση, στο κινητό που του έδωσε με ιταλικό αριθμό, ανεβαίνει προς τα πάνω για να τους μαζέψει. Ο Μουράτ έστεκε παράμερα αμίλητος, αλλά έτοιμος.
            Ήταν ένα θλιβερό καταγώγιο σε ένα ημιυπόγειο του Λαλελί, καλυμμένο από το νάιτ κλαμπ που λειτουργούσε παραδίπλα. Μπήκαν μέσα λαδώνοντας τον φουσκωτό της πόρτας, και αναφέροντας το όνομα του γαμπρού του Μουράτ. Το πρώτο πράγμα που έβλεπες ήταν ιδρωμένους underdogs να παίζουν μπαρμπούτι, με τους κερδισμένους να βάζουν εικοσάλιρα στα στρινγκ ημίγυμνων χορευτριών που ταλαιπωρούσαν σε μια υποτυπώδη πίστα τον χορό της κοιλίας κάτω από ξεφτισμένο κόκκινο νέον. Πιο πέρα υπήρχαν παραταγμένοι γύρω στους είκοσι κουλοχέρηδες, ενώ στις μεγάλες οθόνες έπαιζαν στιγμιότυπα από μεγάλες στιγμές της Εθνικής Τουρκίας.
            Κατέβηκαν λίγα σκαλιά και μπήκαν στην κεντρική αίθουσα, όπου βρισκόταν τα τραπέζια και οι ρουλέτες σε ένα χώρο γύρω στα εκατό τετραγωνικά. Ο Γκιλμάζ Ασχίν έπαιζε πόκερ παρέα με άλλους δύο όταν τον εντόπισαν. Ακόμη πιο βαθιά, ξεχυνόταν η αίθουσα που έκλεινε με μια μεγάλη πράσινη κουρτίνα, πάνω από την οποία αναβόσβηνε η λέξη PRIVE. Βλέποντας τους, του έπεσαν τα χαρτιά από τα χέρια.
- Με θέλετε στην παρέα σας σύντροφοι; ρώτησε ο Ριβέρης στα τουρκικά και κάθισε ανάποδα στην καρέκλα δίπλα του. Και συνέχισε στα αγγλικά προς τον Ασχίν– Αν δεν μου πεις τι έγινε με τον Αργύρη, θα σε κάνω να ψαρεύεις στη γέφυρα του Γαλατά για να ταΐσεις την οικογένεια σου.
Ο Ασχίν έγνεψε σε έναν από τους φουσκωτούς, ο οποίος κατευθύνθηκε απειλητικά προς τον ντετέκτιβ. Προτού να σηκώσει το χέρι του, ο Ριβέρης πρόλαβε να σπάσει το  μπουκάλι με το ουίσκι στο κεφάλι του μπράβου. Πίεσε τον λαιμό του μπουκαλιού στο προγούλι του δασκάλου και ξεκίνησε να τον σέρνει προς  την έξοδο. Ο Μουράτ άνοιγε χώρο με το σαρανταπεντάρι. Ένα μικρό μαχαίρι πετάχτηκε από την πλευρά των τύπων που έπαιζαν ζάρια προς το πρόσωπου του Ριβέρη. Ενστικτωδώς έβαλε το δεξί του για να προστατευτεί, και το στιλέτο καρφώθηκε στον καρπό του, με τη φορά να αναχαιτίζεται από το δερμάτινο ρολόι του. Το πρόσωπο του επίδοξου μαχαιροβγάλτη, του θύμιζε σκιές που δεν μπορούσε εκείνη την στιγμή να διακρίνει. Το αίμα που έτρεχε από το χέρι του έμοιαζε με ποτάμι δακρύων. Κατάφεραν και βγήκαν άρον άρον από την τρύπα ενώ γύρω τους έπεφταν καρέκλες και τασάκια. Το ταξί έφτασε στην ώρα του, όταν έβγαζε το μαχαίρι από το χέρι του. Ο Μουράτ κάθισε μπροστά αφήνοντας τους δύο τραυματίες πίσω.
            Κατάφερε να σταματήσει το αίμα σκίζοντας το ένα μανίκι του πουκάμισου του. Αναπόλησε για λίγο την Αύρα, το πρόσωπο του νεκρού σε μια φωτογραφία που του έδειξε η Χρυσάνθη και τη φασαρία που από εμπειρία έκρινε ότι δεν θα συνεχιζόταν. Ο γαμπρός  του Μουράτ είχε κουρνιάσει αμίλητος στη  θέση του, κοιτάζοντας μια τον Ριβέρη, μια τον κουνιάδο του.  Ο Χασάν οδήγησε περίτεχνα, και σε μισή ώρα ήταν σε μια ερημιά που μύριζε θάλασσα.
            Ο Μουράτ του τράβηξε μια κλωτσιά στα νεφρά. Και άλλη και άλλη, μέχρι να διώξει όση από την οργή που κουβαλούσε μέσα του. Ο γαμπρός του έφτυσε λίγο αίμα. Ο Ριβέρης τον έβαλε κάτω, φόρεσε γάντια και ξεκίνησε να του πιέζει τον λαιμό.
- Σ’ ακούω, του είπε
Σε μερικά δευτερόλεπτα ξεκίνησε να μιλάει.
-  Το μόνο που ήθελα ήταν να μην κινδυνεύσει η οικογένεια μου. Αυτός εδώ φταίει, είπε και έφαγε μια ακόμη κλωτσιά από τον κουνιάδο του βγάζοντας ένα βογκητό.
- Τη μέρα που μου μίλησες απελπίστηκα. Είχαν γίνει και οι ταραχές βλέπεις και όλοι οι νοικοκυραίοι φοβόμασταν. Πήγα στη λέσχη και μέθυσα, δεν είχα όρεξη να παίξω. Ήρθε το αφεντικό και κάθισε δίπλα μου. Γκιλμάζ μπέη τι βασανίζει την ψυχή σου, με ρώτησε. Δεν ήθελα να του πω, αλλά δεν κρατήθηκα. Είναι και ένα μικροποσό που του χρωστάω και δεν ήθελα να γίνει θέμα. Με ρώτησε πως μπορούσε να βοηθήσει. Του είπα ότι ο Τσαβδάρογλου θα μου κλείσει το σπίτι έτσι όπως πάει, και να κάνει ότι καταλαβαίνει.
-Και τι έκανε; ρώτησε ο Μουράτογλου
- Δεν ξέρω, απάντησε και έβαλε τα κλάματα.
Ο Ριβέρης ξεκίνησε να του στρίβει την καρωτίδα και σταμάτησε αφού έβγαλε μια κραυγή.
-Λέγε. Έχει σχέση με όσα γίνονται στο πριβέ;
Έγνεψε καταφατικά, και έβγαλε ένα μαντήλι να σκουπιστεί.
- Στη λέσχη έρχονται μεταξύ άλλων, και ανώτατοι κρατικοί αξιωματούχοι. Είτε για να παίξουν με τα κορίτσια, είτε για να ξεσκάσουν με καμιά παρτίδα. Κατά καιρούς ζητάνε μερικούς από τους κακομοίρηδες που παίζουν έξω μπαρμπούτι να τους αφηγηθούν τη  ζωή  τους. Όσους συμπαθούν και έχουν οικογένεια, τους ρωτάνε αν θέλουν να αποκτήσουν ένα νέο διαμέρισμα στις εικοσαόροφες οικοδομές που κτίζονται στην άκρη της πόλης. Μετά από λίγο τους παίρνουν πάλι στο πριβέ. Στην αρχή παίζουν χαρτιά όλοι μαζί, πλούσιοι και φτωχοί, και τους αναθέτουν τα καθήκοντα τους. Αν τα πάνε καλά, ένα σπίτι μετά από υποτιθέμενη κλήρωση είναι δικό τους.
- Τι είδους καθήκοντα;
-Κυρίως χαφιεδιλίκι. Για το τι γίνεται στην πόλη και σε μέρη που πλέον η ασφάλεια δεν φτάνει εύκολα. Με τις ταραχές είχε πολύ δουλειά.  Ο τύπος που σου πέταξε το μαχαίρι, σε παρακολουθεί από τότε που ήρθες στην Ιστανμπούλ. Σε ένα μπαρ παραλίγο να τον τσακώσεις.
Μια λάμψη φώτισε το μυαλό του από πίσω προς τα μπρος. Ήταν ο μικρόσωμος άνθρωπος στην τουαλέτα του μπαρ.
- Δεν είναι τόσο βλάκες για να μου στείλουν τον δολοφόνο του Τσαβδάρογλου. Έχουν στήσει κάτι σαν μυστική εταιρία;
Κούνησε προς τα πίσω το κεφάλι του και σκούπισε τις μύξες του.
- Αυτός που σκότωσε τον Τσαβδάρογλου, συνήθιζε να ψαρεύει στη γέφυρα του Γαλατά. Έχει τρία παιδιά και είναι άνεργος. Μέχρι να γίνει το κακό, έμεναν σε κάτι παράγκες πολύ πιο πέρα από τα βυζαντινά τείχη. Μια παρέα ανώτατων αξιωματούχων μοιράζεται την προμήθεια με τους εργολάβους. Τα σπίτια δίνονται  γρήγορα και ενισχύεται η εικόνα της κυβέρνησης.
Οι κλοτσιές αυτή την φορά ήρθαν από τον Χασάν και είχαν στόχο το κεφάλι. Ο Ριβέρης τον σταμάτησε.
- Αν όντως θέλεις να μην χάσεις το σπίτι σου, θα μας δώσεις τα ονόματα όλων. Η αδελφή του κυρίου Τσαβδάρογλου είναι συνετή γυναίκα και δεν θα αναφέρει το δικό σου.

Παρά τον επίμονο πόνο, το τραύμα του θα υγίανε σύντομα, όπως τον ενημέρωσε ο οικογενειακός γιατρός των Τσαβδάρογλου, που τον ξύπνησαν χαράματα. Μετά έπιασαν μια κουβέντα για τη ζωγραφική της Αναγέννησης, ο γιατρός ήταν μεγάλος θαυμαστής. Πήραν πρωινό πριν ο γιατρός πάει στη δουλειά του και ο ίδιος στο ξενοδοχείο όπου κοιμήθηκε γύρω στις είκοσι ώρες.
            Η οικογένεια Τσαβδάρογλου είχε όλα τα ονόματα που της επέτρεπαν να κινηθεί νομικά. Η Χρυσάνθη ήταν καθ’ οδόν για το ελληνικό προξενείο την ώρα που τέλειωναν το πρόγευμα τους με το γιατρό. Τα υπόλοιπα ήταν θέμα γραφειοκρατικών κινήσεων και ίσως ευνοϊκών ρυθμίσεων υπέρ μιας μειονότητας που πολύ είχε αδικηθεί στην πάροδο των χρόνων.
            Είχε ξημερώσει Σάββατο και ο δικός του χρόνος τελείωνε στην πόλη. Είχε ειδοποιήσει τη Ρώμη, ότι αποστολή εξετελέσθη. Το απόγευμα κερνούσε καφέ στο Trastevere. Από το ξημέρωμα μια δυνατή βροχή έπεφτε ακούραστα. Έβρεχε στο Πέραν και η καρδιά του πλημμύριζε από ότι δεν κατάφερε τόσες μέρες να δει στα αμέτρητα καλντερίμια της Πόλης.
            Καθώς έφτανε το ταξί, είδε την Χρυσάνθη Τσαβδάρογλου, αγκαζέ με τον φίλο της να έρχονται προς αυτόν, κάτω από μια μεγάλη διάφανη ομπρέλα που στα φτερά της έγραφε Ding An Sich.
- Σε προλάβαμε, του είπε. Έτσι μπορούμε να σου πούμε ένα μεγάλο ευχαριστώ.
- Καθήκον μου, απάντησε χαμογελώντας ενώ ο Ηρακλής Νικολαίδης του έγνεφε.
- Αυτό είναι για την Αύρα, του είπε η γυναίκα καθώς του έδινε ένα αναμνηστικό δώρο. Από μια φίλη που δεν γνώρισε ακόμη να της πεις.
Ασυναίσθητα το βλέμμα του Ριβέρη, πήγε στο μπαταρισμένο χέρι του.
-Πάντα κάτι σου παίρνει η Πόλη, του είπε η Χρυσάνθη. Έτσι σε κρατάει κοντά της. Να το θυμάσαι αυτό, του είπε η Χρυσάνθη καθώς του έκλεινε την πόρτα του ταξί.