Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

Αναγνώσεις: Οι Κόκκινες Βασίλισσες


Τζόναθαν Λέθεμ, Οι Κόκκινες Βασίλισσες (Κέδρος, Ελένη Ηλιοπούλου)

Ποια είναι τελικά η σχέση του ατόμου με την ιστορία; Έχει τη δυνατότητα ένας προικισμένος άνθρωπος λαμβάνοντας τις κατάλληλες αποφάσεις να αλλάξει την συλλογική τύχη; Και αν ναι ποιες προσωπικές θυσίες οφείλει να επωμιστεί προκειμένου να τα καταφέρει; Και αν όχι ποια θα είναι η μοίρα του ενώ θα ιδιωτεύει αδιάφορος για το συλλογικό γίγνεσθαι εστιάζοντας αποκλειστικά στη ζωή του;
            Το μυθιστόρημα του Τζόναθαν Λέθεμ, Οι Κόκκινες Βασίλισσες (Κέδρος, Ελένη Ηλιοπούλου), αναπτύσσει τα παραπάνω ερωτήματα δίχως φυσικά να προσφέρει κάποια απάντηση. Και αυτό συνιστά μέρος της γοητείας του. Η υπόλοιπη ομορφιά του πολυφωνικού αφηγήματος έγκειται στο ότι αναδεικνύει όψεις της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας που είναι αρκετά άγνωστες στο ευρύ κοινό με τον γνωστό σπειροειδή αφηγηματικό τρόπο του Λέθεμ.
            Στον πυρήνα της αφήγησης βρίσκεται η Ρόουζ Τσίμερ, ένθερμη κομουνίστρια, που ξέρει να υποστηρίζει τους αδύνατους και δεν έχει ενδοιασμούς να τα βάζει ακόμη και με το ίδιο της το κόμμα. Βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1950, όπου ο μακαρθισμός δίνει και παίρνει στην Αμερική και κάθε εναλλακτική πολιτική πρόταση έχει το κόστος της.  Γύρω από τη Ρόουζ περιστρέφονται όλοι οι ήρωες του βιβλίου, των οποίων η ζωή καθορίζεται με τον ένα ή τον άλλον τρόπο από τις επιλογές της μητριαρχικής αυτής φιγούρας. Η κόρη της Μίριαμ που μεγαλώνει με τον πατέρα της μακριά και αμφισβητεί την πορεία της μητέρας της στη ζωή, ο ομοφυλόφιλος γιος του εραστή της Ρόουζ Σίσερο που γίνεται καθηγητής συγκριτικής λογοτεχνίας αλλά τη θαυμάζει, ο εραστής της Ρόουζ ένας μαύρος ικανός αστυνομικός, ο γιος της Μίριαμ Σέρτζιους που μεγαλώνει μακριά από όλους και όλες και ο ξάδελφος της ο Λένι, ένας ικανότατος σκακιστής αλλά ιδιόρρυθμη φιγούρα λειτουργούν ως άτυπα παιδιά της όχι ακόμα και τόσο φανερής πρόσφατης αμερικανικής ιστορίας.
            Η αφήγηση είναι πολυδαίδαλη με τον Λέθεμ να δίνει φωνή, ή τουλάχιστον αφηγηματικό μερίδιο σε όλους σχεδόν τους βασικούς ήρωες του. Παράλληλα η εκκρεμής παλινδρόμηση της αφήγησης στον χρόνο επιτρέπει τον αναγνώστη να μελετά την σχέση αιτίου και αιτιατού στις επιλογές των ηρώων. Είναι απαραίτητο επίσης να αναφερθεί ότι η σπουδαία πρόζα του Λέθεμ διανθίζεται από μια σειρά σημεία και σύμβολα που μας φέρνουν εγγύτερα στην σπουδαία εναλλακτική αμερικανική κουλτούρα του δεύτερου μισού του περασμένου αιώνα.

            Και αν όλα αυτά φαντάζουν μακρινό παρελθόν σε έναν κόσμο που στροβιλίζεται στους ρυθμούς του χρήματος, ο σπουδαίος συγγραφέας μας υπενθυμίζει στο τέλος ότι οι πυρήνες της πρωτοπορίας μπορούν να δημιουργηθούν από το πουθενά. Ή για να γίνω σαφέστερος από τα κενά αγάπης που αφήνει στο διάβα της η αδυσώπητη εξουσίας.

Πάνος  Ιωαννίδης

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

Τα Μωρά της Αθηνάς (προδημοσίευση)

Πάνος Ιωαννίδης

Τα Μωρά της Αθηνάς (προδημοσίευση)

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013


Η ΓΥΝΑΊΚΑ ΒΓΗΚΕ από την ασημένια Α160 αφήνοντας στη θέση του οδηγού έναν νέο άντρα ντυμένο κοτζαμπάση σε εγρήγορση. Κατηφόρισε προς τον ορμητικό χείμαρρο που κυλούσε ανάμεσα στις ελατώδεις πλαγιές και ακολούθησε το μονοπάτι στο πλάι του. Φορούσε λινό κρεμ κοστούμι, καφέ μακό, κανελί χαμηλοτάκουνα παπούτσια. Ρούχα της δουλειάς για ένα διοικητικό στέλεχος, που προσπαθούσε να κρύψει την ταραχή στο βλέμμα με τη σταθερότητα στο βάδισμα.
     Τα πυκνά κλαδιά των κωνοφόρων εμπόδιζαν το φως του ανοιξιάτικου μεσημεριού να διαχυθεί στην ατμόσφαιρα. Λίγες φωτεινές θέσεις άλλαζαν με τις ώρες πάνω στο καφετί δέρμα του τοπίου. Μερικά αγριολούλουδα, πολλοί θάμνοι, κυρίως γύρω από το ποτάμι. Αφού περπάτησε γύρω στα σαράντα μέτρα, η γυναίκα σταμάτησε δίπλα στο ξύλινο γεφύρι. Έμεινε ακίνητη προσπαθώντας να αφουγκραστεί. Δεκαοχτώ, δεκαοχτώ. Το επίμονο μοιρολόι από ένα σμάρι δεκαοχτούρες προσπαθούσε να σκεπάσει τη βοή του χειμάρρου. Βημάτισε πέρα δώθε κατοπτεύοντας τον χώρο με άξονα αναφοράς το γεφύρι. Έπειτα πήρε μια μεγάλη πέτρα και την έριξε στο νερό κοιτάζοντας προς την απέναντι πλαγιά.
Ξαφνικά, ανυψώθηκε δίπλα της τεντωμένο, χοντρό σύρμα, με τη μία άκρη δεμένη στο χείλος του γεφυριού και την άλλη αόρατη στα πέρατα της πλαγιάς. Γύρισε τρομαγμένη, για να αντικρύσει το κρεμασμένο στο σύρμα βικτοριανό καρουσέλ να πλησιάζει αργά μα σταθερά σαν τελεφερίκ που εκτελεί δρομολόγιο ρουτίνας. Το καρουσέλ ήταν ανοιχτό, δίχως όμως να παίζει μουσική. Οι καλαίσθητες μινιατούρες χαίρονταν τον κυκλικό χορό τους πάνω στα ξύλινα αλογάκια. Άνοιξε τον κίτρινο φάκελο που βρισκόταν σε μια θήκη στην οροφή. Περιείχε μια εκτυπωμένη σελίδα Α4. Αφού τη διάβασε, της ήρθε να δακρύσει αλλά κρατήθηκε. Έβγαλε από την τσάντα της ένα μεγάλο ματσάκι με χαρτονομίσματα των διακοσίων και των εκατό ευρώ, τα εσώκλεισε στον φάκελο και τον έβαλε πίσω στη θήκη του. Το καρουσέλ ξεκίνησε πάλι τον χορό του, καθώς εκείνη έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής. Βάζοντας το τεκμήριο στην τσάντα της, η γυναίκα κίνησε προς το αυτοκίνητο. Δεκαοχτώ, δεκαοχτώ. Οι δεκαοχτούρες συνέχιζαν το τραγούδι τους όταν ακούστηκε ο πυροβολισμός.
Όταν έφτασε τρέχοντας αντίκρισε έντρομη τον σύντροφό της να την κοιτάζει αργοσαλεύοντας τα βλέφαρά του. Η σφαίρα είχε ανοίξει μια τρύπα στην πουκαμίσα του, ακριβώς στο σημείο της καρδιάς. Αίμα είχε πλημμυρίσει το στέρνο του, ενώ σάλιο κυλούσε από το στόμα του. Πριν προλάβει να του μιλήσει, ένοιωσε το κάψιμο στο χέρι της, και είδε το αίμα να αναβλύζει από τον βραχίονά της. Ο ήχος αυτή την φορά ακούστηκε στα αυτιά της σαν ένα κακό μαντάτο από το παρελθόν. Κατάφερε να βάλει γρήγορα μπρος και ξεκίνησε καταπίνοντας τα δάκρυά της, ενώ οι πυροβολισμοί έπεφταν ασταμάτητα.




Πάνος Ιωαννίδης & Εκδόσεις Πηγή©, 2016