Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Η Πρώτη Βουτιά του Πέτρου Ριβέρη

Αυτή είναι η πρώτη βουτιά που επιχειρεί ο Πέτρος Ριβέρης στα Μωρά της Αθηνάς (Εκδόσεις Πηγή)

ΤΟ ΝΕΡΟ ΕΊΝΑΊ ΚΡΥΟ. Το νοιώθεις να εισβάλει στους πόρους σου και να σου ξεσηκώνει την καρδιά. Καθώς βυθίζεσαι, οι χτύποι της εντείνονται μέχρι να βρούνε ρυθμό. Ο ήλιος πάνω από το νερό μοιάζει με μπαλόνι που ξεφουσκώνει. Κλείνεις τα μάτια και συνεχίζεις την κατάδυση. 
           Επτά μέτρα. Ανάβεις τον φακό και κοιτάζεις γύρω σου. Η εκκωφαντική ησυχία σε βοηθά να θυμηθείς. Ο μπαμπάς είναι ψηλός, ήρεμος και γεροδεμένος. Εργάζεται ως βιολόγος σε φαρμακευτική εταιρία. Έχεις πάρει το σκαρί του, αν και όλοι λένε ότι θα γίνεις πιο αδύνατος. Η μαμά είναι στρουμπουλή, καστανόξανθη με πράσινα μάτια. Σου έδωσε τα χρώματά της. 
         Οι σελίδες του παιδικού σου άλμπουμ στροβιλίζονται στα υπόγεια ρεύματα. Δώδεκα μέτρα. Ο ειρμός κόβεται, όταν σκέφτεσαι την αδελφή που δεν πρόλαβες να αποκτήσεις. Πέτρο στην κοιλιά της μαμάς μεγαλώνει ένα κοριτσάκι, όπως μεγάλωσες κάποτε και εσύ. Κοιτάζεις απορημένος τον αφαλό της, δίχως να καταλαβαίνεις πολλά. Είσαι δυόμιση ετών. Από πού μας έρχεται; ρωτάς ξαφνικά. Από τις χώρες του νερού, αποκρίνεται η μαμά. Ξεκίνησε ένα μεγάλο ταξίδι πριν πέντε μήνες και μέχρι το καλοκαίρι θα είναι κοντά μας. 
       Δεκαπέντε μέτρα. Βλέπεις τα πρώτα μεγάλα ψάρια. Ο παππούς σου τα έχει μάθει όλα με το όνομά τους, αλλά εσύ τα ξεχνάς. Πόσο διαρκεί ένα ταξίδι με αυτοκίνητο; Περισσότερο από τις στροφές του. Κρατούσες σφιχτά τον Τζότζο, το πάντα που κοιμόταν δίπλα σου και χάζευες το δάσος από έλατα. Έπεφτε μια δυνατή βροχή, που έκανε τα δέντρα να μοιάζουν όπως αυτά στα παραμύθια της γιαγιάς. Γυρνάς, όταν ακούς τον μπαμπά να βλαστημάει. Η νταλίκα έχει χάσει τον έλεγχο και έρχεται κατά πάνω σας με μεγάλη ταχύτητα. Βγάζεις μια στριγκλιά αφήνεις τον Τζότζο και κρατάς με τα δυο σου χέρια το κεφάλι σου. Ο μπαμπάς στρίβει απότομα για να χτυπηθεί η δική του πλευρά και να προστατευτείτε εσύ, η μαμά και το κοριτσάκι που μεγαλώνει στην κοιλιά της. Το φορτηγό σάς χτυπάει πλαγιομετωπικά και σας πετάει στις παρυφές του δάσους. 
      Δεκαεπτά μέτρα. Δεν ξεχνάς ότι η Αύρα σε περιμένει αγχωμένη, ως συνήθως στην ακτή. Κάθε φορά που βουτάς αγοράζει ένα πακέτο Χρυσό Καρέλια. Σε βρίσκουνε δεμένο στο κάθισμα σου να κλαίς, καταπίνοντας λάσπες και δάκρυα. Η οροφή διαλύθηκε λίγο πριν εκτοξευτείς. Στάθηκες τυχερός. Όχι όμως οι γονείς σου και το έμβρυο. Ο πόνος και ο τρόμος σε έχουν τυλίξει, όπως η ομίχλη το δάσος, όπου σε βρίσκουν το επόμενο πρωί. Όταν βλέπεις τους ανθρώπους με τις στολές, ουρλιάζεις. Ακούς έναν άγνωστο άνδρα, που ελπίζεις μέχρι την τελευταία στιγμή να είναι ο μπαμπάς, να φωνάζει σε κάτι που μοιάζει με τηλέφωνο. Βρήκαμε το παιδί. Ανοίγεις τα μάτια και ξεκινάς την άνοδο.