Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Αναγνώσεις: Μπλε Άσπρο Μαύρο

από τον Πάνο Ιωαννίδη


Αν δεχτούμε ότι υπάρχει μια λογοτεχνία του υποθετικού, μια λογοτεχνία δηλαδή που καταγράφει και ερευνά μέσα από τις μορφές και τα περιεχόμενα της, μια υποθετική μα κοντινή συνάμα στην κυρίαρχη κατάσταση των πραγμάτων, τότε το μυθιστόρημα του Karim Amelllal με τον εύγλωττο τίτλο Μπλε Άσπρο Μαύρο (Πόλις, Μιχάλης Μητσός), είναι αντιπροσωπευτικό του είδους. Και γράφω του είδους, με δεδομένο, ότι αν-επαναλαμβάνω- υπάρχει κάτι τέτοιο, η ιστορία που εκτυλίσσεται στις πυκνές σελίδες του, είναι τόσο κοντινή, όσο και το γεγονός ότι η Γηραιά Ήπειρος μας βρίσκεται σε μια εκτεταμένη ιστορική κλιμακτήριο.
            Ας δούμε την υπόθεση: Βρισκόμαστε στη Γαλλία του σήμερα, λίγο καιρό πριν από τις προεδρικές εκλογές που είναι προγραμματισμένες για την άνοιξη του 2017. Όλα δείχνουν ότι το ακροδεξιό φασιστικό Εθνικό Κόμμα πρόκειται να κερδίσει τις εκλογές και καταλάβει την εξουσία της ‘Ε Γαλλικής Δημοκρατίας. Και όλα βαίνουν καλώς, καθώς το εκλογικό σώμα δεν δείχνει ιδιαίτερα ενοχλημένο από την επερχόμενη φάση στην οποία πρόκειται να εισέλθει η Γαλλία. Αντιθέτως, με δεδομένες τις συχνές επιθέσεις των τζιχαντιστών, ο πληθυσμός αρχίζει να δέχεται την αρχή, ότι κάποιος επιτέλους πρέπει να βάλει μια τάξη σε όλο αυτό το πράγμα.
            Όλα αυτά τα μαθαίνουμε από τον αφηγητή, έναν Γάλλο αλγερινής καταγωγής, μετανάστη δεύτερης γενιάς επί της ουσίας, ο οποίος απασχολείται στον χρηματοοικονομικό κλάδο. Συγκεκριμένα είναι υψηλόβαθμο στέλεχος σε μια επενδυτική τράπεζα, από αυτές που τα δυτικά κράτη χρηματοδότησαν για καλμάρουν την κρίση, εξοντώνοντας περαιτέρω τους λαούς. Με άλλα λόγια, ο αφηγητής μας είναι ένας πετυχημένος νέος με λαμπρό μέλλον, υπό την έννοια ότι κατάφερε να πραγματοποιήσει με ιδιαίτερη επιτυχία τη μετακίνηση από τα φτωχά προάστια προς το κέντρο του Παρισιού. Είναι ένα golden boy, συζεί με μια σπουδαία επιστημόνισσα και ούλτρα προοδευτική Γαλλίδα που απασχολείται ως ερευνήτρια στο πανεπιστήμιο, ενώ το μελαψό του χρώμα δεν είναι εμπόδιο στη δουλεία του καθώς φέρνει μπόλικα χρήματα, μέρα με τη μέρα, συναλλαγή με τη συναλλαγή στην τράπεζα.
            Το βασικό εύρημα του συγγραφέα είναι αυτό κατά την άποψη μου. Ότι ρίχνει έναν pied noir στο κέντρο της νεοφιλελεύθερης δυτικής κουλτούρας, και με αυτή την επιλογή του καταφέρνει, μέσα από τη λογοτεχνία του υποθετικού, να μας δείξει περίτρανα το μέγεθος του ευρωπαϊκού προβλήματος. Γιατί ο αφηγητής σκέφτεται και ζει όπως ο μέσος Ευρωπαίος μεσοαστός: αν γίνει κάτι και η καθημερινότητα του δεν πληγεί, δεν έχει λόγο να ανησυχεί. Έτσι και ο φίλος μας, εκφράζει μεν τις ενστάσεις του για το επερχόμενο ακροδεξιό modus operandi, αλλά δεν πιστεύει ότι θα αλλάξουν και πολλά λόγω της επικράτησης του.
            Μέχρι που οι εκλογές γίνονται και οι ακροδεξιοί του Εθνικού Κόμματος, όπως το ονομάζει ο συγγραφέας, θριαμβεύουν. Και τότε μέρα με τη μέρα, το κράτος μετασχηματίζεται από δημοκρατικό σε φασιστικό, με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να κινδυνεύουν οι γονείς του αφηγητή, από τα νέα μέτρα που διώκουν όποιους δεν είναι Γάλλοι στην καταγωγή, όπως μια σειρά από μη αποδεκτούς πολίτες (κομμουνιστές, αντιφρονούντες, ομοφυλόφιλοι, ΑΜΕΑ, ψυχασθενείς κ.οκ.). Ωστόσο το παράδοξο είναι- και εδώ πρόκειται για μια ακόμη ευστοχία του συγγραφέα- ότι το φασιστικό καθεστώς δεν πειράζει καθόλου μα καθόλου τις νεοφιλελεύθερες καπιταλιστικές δομές.
            Με όλα αυτά να θυμίζουν στρατόπεδα συγκέντρωσης, ο ήρωας μας αποφασίσει να αναλάβει δράση. Έρχεται σε επαφή με μια ομάδα-από τις πολλές-αντιστασιακών- και τα βάζει με αυτό τον παράξενο μα τόσο καθημερινό νεοφιλελεύθερο φασισμό. Η λογοτεχνία του υποθετικού κερδίζει το στοίχημα, καθώς μας δείχνει, πως ως συνήθως, η λύση θα έρθει από τις πρωτοπορίες και τους παρίες της κοινωνίας. 

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Αναγνώσεις: Σκοτεινή Αλήθεια

από τον Πάνο Ιωαννίδη

Κάθε απουσία προκαλεί ως γνωστόν ένα κενό. Η απουσία ενός παιδιού, λόγω της εξαφάνισης του, δημιουργεί στην οικογένεια του έναν αδυσώπητο πόνο. Η πληγή που ανοίγει μπορεί να καλυφθεί, όπως εύκολα μπορεί να γίνει κατανοητό, με την εύρεση του και την επανένωση με την οικογένεια. Κάθε άλλη λύση, όχι μόνο δεν κλείνει την πληγή, αλλά την ανοίγει ακόμα περισσότερο.
            Το μυθιστόρημα της Σάρα Λέβεσταμ, Σκοτεινή Αλήθεια (Ωκεανίδα, Παναγιώτα Πανταζή), έχει ως βασικό αντικείμενο τη μελέτη της αναζήτησης ενός μικρού κοριτσιού. Η όμορφη εξάχρονη Τζούλια , που ζει σύμφωνα με τον μύθο στην Στοκχόλμη έχει εξαφανιστεί, και η μητέρα της Περνίλα αναθέτει στον ερασιτέχνη ιδιωτικό ντετέκτιβ Κουπλάν να βρει την πιτσιρίκα. Ο Κουπλάν είναι ένας μετανάστης από το Ιράν και διαβιώνει στα όρια μεταξύ της νόμιμης και της παράτυπης αφομοίωσης στην σουηδική κοινωνία.
            Αυτό άλλωστε είναι και το πρώτο λογοτεχνικό εύρημα-ενός από τα πολλά- του ωραίου αυτού μυθιστορήματος. Ο Κουπλάν αρχίζει μια αργή και επίπονη αναζήτηση της μικρής κοπέλας, η οποία αναζήτηση σκίζει εντελώς τα σωθικά της μυθιστορηματικής αφήγησης. Όντας φτωχός και απόκληρος, παρόλο που έχει σπουδάσει ψυχολογία στη χώρα καταγωγής του, χρησιμοποιεί την προκαταβολή που πήρε από την μαμά της εξαφανισμένης μικρής για να ξεκινήσει την έρευνα του. Συναντά το μικρό περιβάλλον της οικογένειας προσπαθώντας να κατανοήσει να αίτια της εξαφάνισης που οδήγησαν στην απαγωγή της.
            Η αργόσυρτη αφήγηση επιχειρεί να δει σε ένα βαθμό το σουηδικό κοινωνικό μοντέλο από την ανάποδη, εστιάζοντας στους όρους με τους οποίους ασκείται η κοινωνική πολιτική για αυτά τα μέλη της κοινωνίας. Και σε σημαντικό βαθμό τα καταφέρνει. Σε έναν άλλο βαθμό, το noir μυθιστόρημα ολοκληρώνεται μέσω μιας ανατροπής που υφαίνεται όμορφα σε όλη την έκταση του, αλλά δεν προκαλεί την υποψία ακόμα και του έμπειρου αναγνώστη. Και αυτό το στοιχείο είναι τελικά που ενισχύει την λογοτεχνική αξία του πρώτου μυθιστορήματος της Σάρα Λέβεσταμ.

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Αναγνώσεις: Ιδού οι Ονειροπόλοι

Από τον Πάνο Ιωαννίδη


Είναι χαρά μεγάλη για καθέναν που γράφει, να βρίσκεται στις μέρες μας αντιμέτωπος με ένα μεγάλο μυθιστόρημα. Λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις που υποστηρίζουν τον θάνατο του μυθιστορήματος, και που προσπαθούν να εδραιωθούν όπως τα φτηνιάρικα βιβλία που γράφονται δυστυχώς πλέον κατά κόρον, η χαρά αυτή γιγαντώνεται. Το Ιδού οι Ονειροπόλοι (Κέδρος, Αργυρώ Μαντόγλου), πρώτο μυθιστόρημα της Καμερουνέζας στην καταγωγή, και κατοίκου των Η.Π.Α. Impolo Mbue που έλαβε το βραβείο PEN-FAULKNER συνιστά μια τέτοια περίπτωση.
            Η ιστορία είναι απλή. Ένας μετανάστης από το Καμερούν, ο πολύ συμπαθής και λογικός Γιέντε, φτάνει στις Η.Π.Α. αφήνοντας στην πατρίδα του γυναίκα και παιδί, με σκοπό να κατακτήσει το αμερικάνικο όνειρο, που στην περίπτωση του είναι αρχικά η λήψη του ασύλου και μακροπρόθεσμα ένα αμερικανικό διαβατήριο. Καθώς είναι εργατικός και τίμιος, και καταλαβαίνει γρήγορα την σημασία της κοινωνικής δικτύωσης στην καπιταλιστική ευημερία, καταφέρνει να φέρει στις Η.Π.Α. την σύντροφο του Νένι και τον μικρό τους Λίομι. Έχοντας αφήσει την κουραστική δουλειά του οδηγού ταξί στο Χάρλεμ, για να γίνει ο αποκλειστικός οδηγός ενός μαγαλοχρηματιστή της Γούλ Στριτ και στελέχους της Λίμαν Μπρόδερς, του Κλάρκ Έντουαρτς και της οικογένειας του, μπορεί πλέον να ζει καλύτερα και να ονειρεύεται ένα καλύτερο αύριο για την οικογένεια του.
      Όλα πάνε καλά μέχρι που η Λίμαν Μπρόδερς καταρρέει και χρεοκοπεί. Ως απόρροια δεν ταράζεται συθέμελα μόνο η αμερικανική οικονομία, αλλά και η οικογένεια του χρηματιστή, του οποίου τα άπλυτα βγαίνουν στη φόρα. Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι ο Γιέντε γίνεται το εξιλαστήριο θύμα όλα αυτών των διαταραχών.
          Το μυθιστόρημα παρακολουθεί παράλληλα τις δύο οικογένειες, την αμερικανική μεγαλοαστική οικογένεια και την οικογένεια των φτωχών μεταναστών. Η αφήγηση είναι λιτή κινούμενη σε χαμηλούς τόνους, οι παρομοιώσεις είναι λίγες, οι μεταφορές ακόμα λιγότερες, οι μετωνυμίες σπανίζουν. Ωστόσο- και αυτό είναι το μεγάλο κατόρθωμα του- καταφέρει να πιάσει τον παλμό της κρίσης που βιώνει ο δυτικός κόσμος, μέσα από τον ισχυρότερο κοινωνικό σχηματισμό του: αυτόν της πυρηνικής οικογένειας, μπλέκοντας όμορφα το προσωπικό με το κοινωνικό. 
            Η λογοτεχνική ισορροπία που επιλέγει η Impolo Mbue για το τέλος της ιστορίας της δείχνει και το μέγεθος της πράας αφηγηματικής ευφυΐας της. Όλοι οι ήρωες και όλες οι ηρωίδες του βιβλίου, βρίσκονται μεν εκεί που μάλλον ανήκουν, αλλά έχουν αφήσει ένα κομμάτι τους κάπου αλλού. 

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Αναγνώσεις : Η Απόπειρα

Από τον Πάνο Ιωαννίδη


Αν κάτι με χαροποιεί, όταν διαβάζω καλά βιβλία συναδέλφων, είναι πως το νεοελληνικό noir, δεν είναι μια αόριστη έννοια που βασίζεται σε ευχολόγια και όνειρα μιας ντόπιας συγγραφικής μειονότητας, αλλά συνιστά μια δυναμική συνιστώσα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Ανεξαρτήτως, αν ένα μυθιστόρημα έχει επιρροές από τη μεσογειακή, την αγγλοσαξονική ή/και την σκανδιναβική σχολή, η πληθώρα ποιοτικών μυθιστορημάτων ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας που εκδίδεται, μας δίνει πλέον το δικαίωμα, αλλά και τη χαρά να μιλάμε πλέον με περηφάνια για αυτά που διαβάζουμε.
 Το μυθιστόρημα Η Απόπειρα, της Μιμής Φιλιππίδη-Θεοχάρη, από τις εκδόσεις Ωκεανίδα, μπορεί με ευκολία να ενταχθεί σε αυτό το πλαίσιο. Και αυτό συμβαίνει κατά την άποψη μου, όχι μόνο γιατί υπηρετεί με λογοτεχνική ευλάβεια τη διαλεκτική πορεία ενός whodunit μυθιστορήματος, αλλά διότι επιπροσθέτως, καταφέρνει να προβληματίσει για τα καλά τον αναγνώστη. Με άλλα λόγια, όχι μόνο κρατιόμαστε άγρυπνοι μέχρι την τελευταία σελίδα, αλλά η σχέση ανάμεσα στη φόρμα και στο περιεχόμενο του μυθιστορήματος, είναι αυτή που μας κάνει να σκεφτούμε αρκετά πράγματα που μας περιβάλλουν και που φυσικά συνδέονται με την πρόζα της συγγραφέως.
Η υπόθεση σχετικά απλή: Μια γυναικοπαρέα συγκεντρώνεται για ένα διήμερο στο εξοχικό ενός μεγαλογιατρού, του Τάκη Σιδέρη το οποίο βρίσκεται σε ένα πανέμορφο ορεινό χωριό του νομού Δράμας, τον Γρανίτη. Σκοπός της φεμινιστικής συγκέντρωσης, που λαμβάνει χώρα εντελώς ειρωνικά στις 14 Φεβρουαρίου, ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου ως γνωστόν, είναι να μιλήσουν και να ανταλλάξουν εμπειρίες για τον έρωτα.  Όλες οι παριστάμενες συνδέονται με τον ένα ή τον άλλον τρόπο με τον γιατρό, δηλαδή με τον πατριάρχη άντρα. Έχουμε λοιπόν, την πρώην σύζυγο, έναν νεανικό έρωτα, τη πρώην νύφη του- πρώην σύζυγο του γιού του, μια πρώην ασθενή και την ψυχολόγο-οργανώτρια του διημέρου με την οποία ο γιατρός είχε κάποτε μια σύντομη περιπέτεια. Μέχρι που σε κάποια φάση, μετά από ένα πρώτο γλέντι ο γιατρός γλιστράει σε ένα χαντάκι, έχοντας πιει αρκετά και πέφτει για να πεθάνει λίγο αργότερα από εσωτερική αιμορραγία. Και ενώ η κηδεία του γιατρού ολοκληρώνεται με την καύση του στη γειτονική Βουλγαρία, ο μόνος που δεν δέχεται την εκδοχή του ατυχήματος είναι ο δαιμόνιος αστυνόμος Ανέστης Μισιρλής που κατοικοεδρεύει στο γειτονικό Κάτω Νευροκόπι Δράμας και έχει κάνει αισθητή την παρουσία του και σε άλλα μυθιστορήματα της Φιλιππίδη-Θεοχάρη.
Η Μιμή Φιλιππίδη-Θεοχάρη διαχειρίζεται με σύνεση το θέμα της, δίχως να πλατειάζει επί αυτού. Αντιθέτως ανοίγει την αφήγηση για να σχολιάσει κυκλοτερώς θέματα που συνδέονται με το κυρίως θέμα του βιβλίου· φοβερή η σκηνή με τους ηλικιωμένους άντρες της τοπικής μουσικής μπάντας που κάνει πρόβα μέσα στο παγωμένο αστυνομικό τμήμα του Κάτω Νευροκοπίου. Βάζει στο στόχαστρο τον σύγχρονο άντρα που εξακολουθεί να συμπεριφέρεται φαλλοκρατικά και τον περιγράφει όσο πιο δίκαια γίνεται. Τόσο ώστε να μας δείξει σε ένα ακόμη βιβλίο της, πως το φύλο ενός ανθρώπου δεν παύει να είναι και μια κοινωνική επιλογή.



Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Αναγνώσεις: Νυχτερινές Ικεσίες


Από τον Πάνο Ιωαννίδη


Αν ισχύει η άποψη ότι τα λογοτεχνικά είδη συναιρούνται, ότι δηλαδή διαφορετικά αφηγηματικά περιεχόμενα αλληλεπιδρούν για να συνθέσουν μια νέα και ενιαία συνάμα αισθητική μορφή, τότε οι Νυχτερινές Ικεσίες του σπουδαίου Santiago Gamboa, (Πόλις, Βασιλική Κνήτου), συνιστά μια έμπρακτη εφαρμογή αυτής της θεωρητικής προσέγγισης. Αν δούμε τούτη τη θεωρία, υπό το πρίσμα του μεγεθυντικού φακού, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με ένα πολύ ενδιαφέρον εύρημα, το οποίο δεν είναι άλλο από μια νέα λογοτεχνική μορφή, ίσως και υβριδική την οποία ενδύεται το σύγχρονο μυθιστόρημα.
            Ας προσέξουμε την ιστορία που αφηγείται δεξιοτεχνικά ο Gamboa. Ο Μανουέλ Μανρίκε, ένας μοναχικός μα χαρισματικός φοιτητής φιλοσοφίας, με ιδιαίτερη κλίση στην καλλιτεχνία, από τη Μπογκοτά της Κολομβίας, βρίσκεται φυλακισμένος σε μια φυλακή της Μπανγκόκ, με τις κατηγορίες της κατοχής και της διακίνησης ναρκωτικών. Βρέθηκε εκεί καθώς αναζητούσε την αδελφή του Χουάνα, η οποία είναι για χρόνια εξαφανισμένη και πρόσφατα τα ίχνη της βρέθηκαν στο Τόκιο της Ιαπωνίας. Την υπεράσπιση του αναλαμβάνει, σε διπλωματικό επίπεδο ο πρόξενος της χώρας στην Ινδία, καθώς δεν υπάρχει πρεσβεία της Κολομβίας στην Ταϊλάνδη.
            Ξεκινάει έτσι ένα αφηγηματικό γαϊτανάκι πολυφωνίας όπου και οι τρεις ήρωες παρουσιάζουν τη δική τους αλήθεια για το τι συνέβη. Η λογοτεχνική συναίρεση που λαμβάνει χώρα, εγκιβωτίζει μέσα στη noir οπτική, στοιχεία νεωτερικής αφήγησης, κοινωνικού-πολιτικού μυθιστορήματος και μεταμοντέρνας όψης-ειδικά στα χρονικά πίσω μπρος της ιστορίας. Και όλα αυτά να συμβαίνουν γύρω από έναν κυκεώνα αναφορών σε τραγούδια, βιβλία και ταινίες που έχουν επηρεάσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τους ήρωες.
            Η συνεισφορά των Νυχτερινών Ικεσιών είναι εν τέλει διττή. Από τη μία πλευρά παρέχει τη λογοτεχνική πληροφορία που απορρέει από τη μυθιστορηματική υπόθεση, με την ευρεία έννοια, προς το αναγνωστικό κοινό. Από την άλλη πλευρά, θέτει τις βάσεις για ανανέωση αυτού του πανέμορφου και τόσο γοητευτικού είδος που λέγεται σύγχρονο μυθιστόρημα. 

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Αναγνώσεις: Γκαλβέϊας

Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο,  Γκαλβέϊας  
(Κέδρος, Αθηνά Ψυλλιά)


από τον Πάνο Ιωαννίδη

Αν η λογοτεχνία είναι μια άτακτη συλλογή θραυσμάτων ζωής, τα οποία φυτεύονται στο χαρτί από τον συγγραφέα, όπως οι σφαίρες πέφτουν στο κορμί του θύματος από τον δολοφόνο, τότε το μυθιστόρημα Γκαλβέϊας  του Πορτογάλου Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο (Κέδρος, Αθηνά Ψυλλιά), είναι μια όμορφη απόδειξη αυτού του αξιώματος. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η δράση τοποθετείται από τον συγγραφέα σε ένα μικρό πορτογαλικό χωριό, με το φοβερό όνομα Γκαλβέϊας  κατά τη διάρκεια του 1984, λίγο πριν η χώρα του μπει στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γίνεται κατανοητό, ότι ο Πεϊσότο θέλει να μιλήσει για σύνθετα πράγματα με απλό τρόπο.
            Και το καταφέρνει μια χαρά. Το βασικό εύρημα του μυθιστορήματος είναι η πτώση ενός μετεωρίτη, λίγο έξω από το χωριό Γκαλβέϊας, στις αρχές του χρόνου. Η πολυήμερη βροχή που πέφτει στο χωριό μετά την πτώση, απλώς επικυρώνει στη λογοτεχνική γλώσσα ότι τίποτα δεν θα είναι όπως πριν. Πάθη θα αναδειχθούν, μίση θα σβηστούν, ατυχήματα μοιραία θα συμβούν, και η πραγματικότητα θα πάρει από το χέρι την πολυδιάστατη αλήθεια των χωρικών, των πραγματικών ηρώων δηλαδή του μυθιστορήματος.
            Το δεύτερο εύρημα του μυθιστορήματος κατά την άποψη μου είναι η ρέουσα ροή του, η οποία αντανακλά φυσικά τη ρέουσα πορτογαλική γλώσσα, μία μεσογειακή γλώσσα άλλωστε. Συγκεκριμένα, το βιβλίο απλώνεται σε ιστορίες που αφορούν τους κατοίκους του χωριού και τις πολυδαίδαλες ζωές τους, με τη μία ιστορία να μπαίνει μέσα στην άλλη. Οι ζωές των χωρικών του Γκαλβέϊας, συνδέονται μυστικά ή φανερά μεταξύ τους, και ο Πεϊσότο το γνωρίζει πολύ καλά και έχει τον τρόπο του μας το δείξει. Η απουσία αυστηρής πλοκής άλλωστε στο μυθιστόρημα, επιτρέπει στον συγγραφέα να μιλήσει ελεύθερα για όλα αυτά που τον απασχολούν και να συνδέσει την παράδοση με τον μοντερνισμό με αξιοσημείωτη ευστοχία. Δεν μπορεί να παραβλεφθεί, υπό αυτό το πρίσμα τόσο η σχέση της γραφής του Πεϊσότο με τη λατινοαμερικανική σχολή, και κυρίως με τον Μπόρχες κατά την άποψη μου, όπως και η επίδραση τόσο του Πεσόα, όσο και του Σαραμάγκου.
Πρόκειται για ένα αφηγηματικό γαϊτανάκι, που ενώνει τις ζωές των πρωταγωνιστών με το αδιαπέραστο νήμα της ζωής και σε τελική ανάλυση της λογοτεχνίας.  Αυτό που κομίζει το μυθιστόρημα στη λογοτεχνία, δεν εδράζεται μόνο στην εύστοχη δοσολογία ανάμεσα στον λυρισμό και στον ρεαλισμό, μα κυρίως στο ότι αντικατοπτρίζει με απλές αφηγηματικές φόρμες το σύνθετο της ζωής. Αν σε αυτό προσθέσουμε τη μεσογειακή συγγένεια που ενώνει τη νεοελληνική με την πορτογαλική περίπτωση, ίσως τότε καταλάβουμε γιατί οι ιστορίες του Πεϊσότο, μας κάνουν να χαμογελάμε γλυκόπικρα. 

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Αναγνώσεις: Οι Χαρισματικοί

Marcus Sakey Οι Χαρισματικοί 

από τον Πάνο Ιωαννίδη


Είναι όλοι οι άνθρωποι ίσοι μεταξύ τους; Και αν οφείλουν να είναι σε επίπεδο δικαιωμάτων και σεβασμού, είναι και ίδιοι, δηλαδή αναπτύσσουν την ίδια συμπεριφορά και παρόμοιες αντιδράσεις στις καταστάσεις που αντιμετωπίζουν; Και αν όχι, τελικά μήπως υπάρχουν κάποιοι οι οποίοι είναι οι επίλεκτοι, μεταξύ ίσων, δηλαδή εκείνοι οι οποίοι φέρουν ένα ξεχωριστό χάρισμα, ειδικό ή γενικό και κατά συνέπεια μπορούν να οδηγήσουν τον κόσμο και την ανθρωπότητα πιο πέρα;
            Το έξυπνο μυθιστόρημα του Marcus Sakey Οι Χαρισματικοί (Πόλις, Αποστόλης Πρίτσας), αναπτύσσει κατά την άποψη μου τα παραπάνω ερωτήματα πηγαίνοντας τα πιο πέρα. Και γράφω πιο πέρα καθώς διακρίνει επιμέρους τους ανθρώπους αυτούς, δηλαδή τους Χαρισματικούς, σε εκείνους που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, ή τουλάχιστον ένα μέρος του, και σε εκείνους που επιδιώκουν την συντήρηση του πάνω κάτω στα αποδεκτά επίπεδα (αν)ισορροπίας που καθορίζουν τη λειτουργία του.  Σημειωτέον ότι το χάρισμα μπορεί να είναι οποιοδήποτε στοιχείο βιολογικό, ή επίκτητο το οποίο παρέχει στον κάτοχο του τη δυνατότητα να ξεχωρίσει από τη μάζα.
            Το εύρημα αυτό είναι άλλωστε εκείνο το στοιχείο που πάει πιο πέρα το βιβλίο από τα παρεμφερή του και συνεπώς έχουμε ήδη να κάνουμε με μια λογοτεχνική συνεισφορά. Το στόρι έχει ως εξής: Ο Νικ Κούπερ, είναι εκτός από Χαρισματικός και Πράκτορας του Καθεστώτος, ένας άνθρωπος που πιστεύει στην συντήρηση του κόσμου. Αποστολή του είναι να διακρίνει, να αναγνωρίζει, να εκτιμά και σε τελική ανάλυση να καταστέλλει την συμπεριφορά εκείνων των Χαρισματικών που επιδιώκουν, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, την αλλαγή της καθεστηκυίας κατάστασης των πραγμάτων. Σύμμαχος του σε αυτό τον αγώνα, εκτός από τα πάμπολλα όπλα του καθεστώτος είναι το χάρισμα του το οποίο του επιτρέπει να κατανοεί μέσω της γλώσσας του σώματος τις σκέψεις και τις προθέσεις των άλλων ανθρώπων. Βασικός του στόχος ο Τζων Σμιθ, ο οποίος έχει όντως ως κύρια αποστολή του την αλλαγή του status quo ενός φθαρμένου και άδικου κόσμου. Καθώς ο Νικ Κούπερ εισδύει μέσα στην οργάνωση του Σμιθ, οι  απόψεις του σταδιακά τίθενται σε αμφιβολία καθώς βλέπει τα πράγματα από μια ανάστροφη όψη.
            Γρήγορες κινηματογραφικές σκηνής και καταιγιστική δράση χαρακτηρίζουν το πρώτο μέρος της τριλογίας του αμερικανού συγγραφέα. Πρόκειται για μια καλοστημένη αλληγορία που πετυχαίνει αυτό που ίσως συνιστά το βασικό ζητούμενο για τη λογοτεχνία: Να κάνει τον αναγνώστη όχι μόνο να απολαύσει ένα μυθιστόρημα αλλά και να σκεφτεί γύρω από αυτό. 

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Συνέντευξη για Τα Μωρά της Αθηνάς


Μια συνέντευξη που έδωσα στο Κανάλι 6 της Ξάνθης και στη Μαρία Κώστογλου με αφορμή την παρουσίαση για Τα Μωρά της Αθηνάς, η οποία έγινε στο Βιβλιοπωλείο 2 στις 11 Νοεμβρίου 2016