Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Αναγνώσεις : Η Απόπειρα

Από τον Πάνο Ιωαννίδη


Αν κάτι με χαροποιεί, όταν διαβάζω καλά βιβλία συναδέλφων, είναι πως το νεοελληνικό noir, δεν είναι μια αόριστη έννοια που βασίζεται σε ευχολόγια και όνειρα μιας ντόπιας συγγραφικής μειονότητας, αλλά συνιστά μια δυναμική συνιστώσα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Ανεξαρτήτως, αν ένα μυθιστόρημα έχει επιρροές από τη μεσογειακή, την αγγλοσαξονική ή/και την σκανδιναβική σχολή, η πληθώρα ποιοτικών μυθιστορημάτων ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας που εκδίδεται, μας δίνει πλέον το δικαίωμα, αλλά και τη χαρά να μιλάμε πλέον με περηφάνια για αυτά που διαβάζουμε.
 Το μυθιστόρημα Η Απόπειρα, της Μιμής Φιλιππίδη-Θεοχάρη, από τις εκδόσεις Ωκεανίδα, μπορεί με ευκολία να ενταχθεί σε αυτό το πλαίσιο. Και αυτό συμβαίνει κατά την άποψη μου, όχι μόνο γιατί υπηρετεί με λογοτεχνική ευλάβεια τη διαλεκτική πορεία ενός whodunit μυθιστορήματος, αλλά διότι επιπροσθέτως, καταφέρνει να προβληματίσει για τα καλά τον αναγνώστη. Με άλλα λόγια, όχι μόνο κρατιόμαστε άγρυπνοι μέχρι την τελευταία σελίδα, αλλά η σχέση ανάμεσα στη φόρμα και στο περιεχόμενο του μυθιστορήματος, είναι αυτή που μας κάνει να σκεφτούμε αρκετά πράγματα που μας περιβάλλουν και που φυσικά συνδέονται με την πρόζα της συγγραφέως.
Η υπόθεση σχετικά απλή: Μια γυναικοπαρέα συγκεντρώνεται για ένα διήμερο στο εξοχικό ενός μεγαλογιατρού, του Τάκη Σιδέρη το οποίο βρίσκεται σε ένα πανέμορφο ορεινό χωριό του νομού Δράμας, τον Γρανίτη. Σκοπός της φεμινιστικής συγκέντρωσης, που λαμβάνει χώρα εντελώς ειρωνικά στις 14 Φεβρουαρίου, ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου ως γνωστόν, είναι να μιλήσουν και να ανταλλάξουν εμπειρίες για τον έρωτα.  Όλες οι παριστάμενες συνδέονται με τον ένα ή τον άλλον τρόπο με τον γιατρό, δηλαδή με τον πατριάρχη άντρα. Έχουμε λοιπόν, την πρώην σύζυγο, έναν νεανικό έρωτα, τη πρώην νύφη του- πρώην σύζυγο του γιού του, μια πρώην ασθενή και την ψυχολόγο-οργανώτρια του διημέρου με την οποία ο γιατρός είχε κάποτε μια σύντομη περιπέτεια. Μέχρι που σε κάποια φάση, μετά από ένα πρώτο γλέντι ο γιατρός γλιστράει σε ένα χαντάκι, έχοντας πιει αρκετά και πέφτει για να πεθάνει λίγο αργότερα από εσωτερική αιμορραγία. Και ενώ η κηδεία του γιατρού ολοκληρώνεται με την καύση του στη γειτονική Βουλγαρία, ο μόνος που δεν δέχεται την εκδοχή του ατυχήματος είναι ο δαιμόνιος αστυνόμος Ανέστης Μισιρλής που κατοικοεδρεύει στο γειτονικό Κάτω Νευροκόπι Δράμας και έχει κάνει αισθητή την παρουσία του και σε άλλα μυθιστορήματα της Φιλιππίδη-Θεοχάρη.
Η Μιμή Φιλιππίδη-Θεοχάρη διαχειρίζεται με σύνεση το θέμα της, δίχως να πλατειάζει επί αυτού. Αντιθέτως ανοίγει την αφήγηση για να σχολιάσει κυκλοτερώς θέματα που συνδέονται με το κυρίως θέμα του βιβλίου· φοβερή η σκηνή με τους ηλικιωμένους άντρες της τοπικής μουσικής μπάντας που κάνει πρόβα μέσα στο παγωμένο αστυνομικό τμήμα του Κάτω Νευροκοπίου. Βάζει στο στόχαστρο τον σύγχρονο άντρα που εξακολουθεί να συμπεριφέρεται φαλλοκρατικά και τον περιγράφει όσο πιο δίκαια γίνεται. Τόσο ώστε να μας δείξει σε ένα ακόμη βιβλίο της, πως το φύλο ενός ανθρώπου δεν παύει να είναι και μια κοινωνική επιλογή.



Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Αναγνώσεις: Νυχτερινές Ικεσίες


Από τον Πάνο Ιωαννίδη


Αν ισχύει η άποψη ότι τα λογοτεχνικά είδη συναιρούνται, ότι δηλαδή διαφορετικά αφηγηματικά περιεχόμενα αλληλεπιδρούν για να συνθέσουν μια νέα και ενιαία συνάμα αισθητική μορφή, τότε οι Νυχτερινές Ικεσίες του σπουδαίου Santiago Gamboa, (Πόλις, Βασιλική Κνήτου), συνιστά μια έμπρακτη εφαρμογή αυτής της θεωρητικής προσέγγισης. Αν δούμε τούτη τη θεωρία, υπό το πρίσμα του μεγεθυντικού φακού, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με ένα πολύ ενδιαφέρον εύρημα, το οποίο δεν είναι άλλο από μια νέα λογοτεχνική μορφή, ίσως και υβριδική την οποία ενδύεται το σύγχρονο μυθιστόρημα.
            Ας προσέξουμε την ιστορία που αφηγείται δεξιοτεχνικά ο Gamboa. Ο Μανουέλ Μανρίκε, ένας μοναχικός μα χαρισματικός φοιτητής φιλοσοφίας, με ιδιαίτερη κλίση στην καλλιτεχνία, από τη Μπογκοτά της Κολομβίας, βρίσκεται φυλακισμένος σε μια φυλακή της Μπανγκόκ, με τις κατηγορίες της κατοχής και της διακίνησης ναρκωτικών. Βρέθηκε εκεί καθώς αναζητούσε την αδελφή του Χουάνα, η οποία είναι για χρόνια εξαφανισμένη και πρόσφατα τα ίχνη της βρέθηκαν στο Τόκιο της Ιαπωνίας. Την υπεράσπιση του αναλαμβάνει, σε διπλωματικό επίπεδο ο πρόξενος της χώρας στην Ινδία, καθώς δεν υπάρχει πρεσβεία της Κολομβίας στην Ταϊλάνδη.
            Ξεκινάει έτσι ένα αφηγηματικό γαϊτανάκι πολυφωνίας όπου και οι τρεις ήρωες παρουσιάζουν τη δική τους αλήθεια για το τι συνέβη. Η λογοτεχνική συναίρεση που λαμβάνει χώρα, εγκιβωτίζει μέσα στη noir οπτική, στοιχεία νεωτερικής αφήγησης, κοινωνικού-πολιτικού μυθιστορήματος και μεταμοντέρνας όψης-ειδικά στα χρονικά πίσω μπρος της ιστορίας. Και όλα αυτά να συμβαίνουν γύρω από έναν κυκεώνα αναφορών σε τραγούδια, βιβλία και ταινίες που έχουν επηρεάσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τους ήρωες.
            Η συνεισφορά των Νυχτερινών Ικεσιών είναι εν τέλει διττή. Από τη μία πλευρά παρέχει τη λογοτεχνική πληροφορία που απορρέει από τη μυθιστορηματική υπόθεση, με την ευρεία έννοια, προς το αναγνωστικό κοινό. Από την άλλη πλευρά, θέτει τις βάσεις για ανανέωση αυτού του πανέμορφου και τόσο γοητευτικού είδος που λέγεται σύγχρονο μυθιστόρημα.