Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Αναγνώσεις: Σκοτεινή Αλήθεια

από τον Πάνο Ιωαννίδη

Κάθε απουσία προκαλεί ως γνωστόν ένα κενό. Η απουσία ενός παιδιού, λόγω της εξαφάνισης του, δημιουργεί στην οικογένεια του έναν αδυσώπητο πόνο. Η πληγή που ανοίγει μπορεί να καλυφθεί, όπως εύκολα μπορεί να γίνει κατανοητό, με την εύρεση του και την επανένωση με την οικογένεια. Κάθε άλλη λύση, όχι μόνο δεν κλείνει την πληγή, αλλά την ανοίγει ακόμα περισσότερο.
            Το μυθιστόρημα της Σάρα Λέβεσταμ, Σκοτεινή Αλήθεια (Ωκεανίδα, Παναγιώτα Πανταζή), έχει ως βασικό αντικείμενο τη μελέτη της αναζήτησης ενός μικρού κοριτσιού. Η όμορφη εξάχρονη Τζούλια , που ζει σύμφωνα με τον μύθο στην Στοκχόλμη έχει εξαφανιστεί, και η μητέρα της Περνίλα αναθέτει στον ερασιτέχνη ιδιωτικό ντετέκτιβ Κουπλάν να βρει την πιτσιρίκα. Ο Κουπλάν είναι ένας μετανάστης από το Ιράν και διαβιώνει στα όρια μεταξύ της νόμιμης και της παράτυπης αφομοίωσης στην σουηδική κοινωνία.
            Αυτό άλλωστε είναι και το πρώτο λογοτεχνικό εύρημα-ενός από τα πολλά- του ωραίου αυτού μυθιστορήματος. Ο Κουπλάν αρχίζει μια αργή και επίπονη αναζήτηση της μικρής κοπέλας, η οποία αναζήτηση σκίζει εντελώς τα σωθικά της μυθιστορηματικής αφήγησης. Όντας φτωχός και απόκληρος, παρόλο που έχει σπουδάσει ψυχολογία στη χώρα καταγωγής του, χρησιμοποιεί την προκαταβολή που πήρε από την μαμά της εξαφανισμένης μικρής για να ξεκινήσει την έρευνα του. Συναντά το μικρό περιβάλλον της οικογένειας προσπαθώντας να κατανοήσει να αίτια της εξαφάνισης που οδήγησαν στην απαγωγή της.
            Η αργόσυρτη αφήγηση επιχειρεί να δει σε ένα βαθμό το σουηδικό κοινωνικό μοντέλο από την ανάποδη, εστιάζοντας στους όρους με τους οποίους ασκείται η κοινωνική πολιτική για αυτά τα μέλη της κοινωνίας. Και σε σημαντικό βαθμό τα καταφέρνει. Σε έναν άλλο βαθμό, το noir μυθιστόρημα ολοκληρώνεται μέσω μιας ανατροπής που υφαίνεται όμορφα σε όλη την έκταση του, αλλά δεν προκαλεί την υποψία ακόμα και του έμπειρου αναγνώστη. Και αυτό το στοιχείο είναι τελικά που ενισχύει την λογοτεχνική αξία του πρώτου μυθιστορήματος της Σάρα Λέβεσταμ.